Google+ Followers

4 Ιουν 2017

Τι είναι οι Φορολογικοί Παράδεισοι και οι υπεράκτιες εταιρείες (περίληψη σχετικής μελέτης)

Αντρέας Κατσανέβας,

Stanford Uniniversity

Όταν γίνεται λόγος για τις “offshore” εταιρίες, πολλοί φέρνουν στο μυαλό τους ένα παραδείσιο νησάκι κάπου στη μέση του
Ειρηνικού ωκεανού, όπου εκτός από μαγευτικές παραλίες, προσφέρονται και μυθικές χρηματοοικονομικές συνθήκες για την εναπόθεση μυστικών
κεφαλαίων που προέρχονται κυρίως από παράνομες δραστηριότητες. 

Σίγουρα, υπάρχουν αυτοί οι λεγόμενοι «φορολογικοί παράδεισοι», αλλά η παραπάνω εικόνα αυτή  είναι ιδιαίτερα απλουστευτική των δραστηριοτήτων που επιτελούνται στις υπεράκτιες (ή παράκτιες ή offshore) χρηματαγορές. Επιστημονικά, θα ήταν καλύτερο να γίνει λόγος για υπεράκτια «δραστηριότητα» και όχι τόσο για υπεράκτια «γεωγραφική περιοχή», καθώς  offshore κέντρο μπορεί να

αποτελούν εξίσου αποτελεσματικά τόσο τα νησιά Καϋμάν, όσο και η Ελβετία, αν και η νομοθετημένη αδιαφάνεια που καλύπτει παραδοσιακά τις τραπεζικές συναλλαγές της τελευταίας, δεν περιλαμβάνονται τυπικά τουλάχιστον στην κατηγορία των υπεράκτιων δραστηριοτήτων.

Τι Είναι οι Οffshore

Οι offshore (υπεράκτιες) εταιρείες είναι ιδιόμορφα εταιρικά σχήματα που εδρεύουν σε μια συγκεκριμένη χώρα, μέσω των οποίων ασκούν οικονομικές δραστηριότητες πρόσωπα ή εταιρείες που η κύρια έδρα τους βρίσκεται σε  άλλη χώρα. Αυτό προκύπτει  και από τον ίδιο τους τον τίτλο που εμπεριέχει το προσωνύμιο «υπεράκτιες». 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας παρέχει μια περισσότερο πολύπλοκη και επιστημονική προσέγγιση. Τις προσδιορίζει  ως: «χρηματοοικονομικά συστήματα με εξωτερικό ενεργητικό και ληξιπρόθεσμες οφειλές (assets and liabilities) που είναι δυσανάλογες με τις τραπεζικές συναλλαγές (account transactions) των οικονομιών αυτών...»[1].

Στη χώρα μας, σύμφωνα με το Ν.2238/1994, ως εξωχώρια, δηλ. υπεράκτια εταιρεία, ορίζεται «η εταιρεία που έχει την έδρα της σε αλλοδαπή χώρα και με βάση τη νομοθεσία της δραστηριοποιείται αποκλειστικά σε άλλες χώρες και απολαμβάνει ιδιαίτερα ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης». 

Ίσως μια πιο  ρεαλιστική προσέγγιση είναι αυτή που τις οριοθετεί ως νομικά - εταιρικά κατασκευάσματα που λειτουργούν με αδιαφάνεια, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο από κάποιον δημόσιο φορέα, υπόκεινται σε ελάχιστη ή και μηδενική φορολόγηση, η ιδιοκτησία τους  υποκρύπτεται πίσω από παρένθετα πρόσωπα και οι πραγματικοί ιδιοκτήτες τους είναι εγκαταστημένοι σε άλλες χώρες.

Γεγονός είναι πάντως, ότι οι υπεράκτιες εταιρείες καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα οικονομικών πράξεων που εκτείνεται από ναυτιλιακές, κτηματικές, εμπορικές, χρηματιστηριακές, τραπεζικές, διαμεσολαβητικές δραστηριότητες, τη δημιουργία μη εμφανών τραπεζικών  λογαριασμών, μέχρι  το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, ακόμη και σαφώς παράνομων πράξεων.

Οι υπεράκτιες   εταιρείες συνήθως εδρεύουν σε λιλιπούτεια  κράτη και κυρίως σε μικρά νησιά με  μικροσκοπικές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές υποδομές,  όπου επιδιώκεται η προσέλκυση ξένων εταιρειών, μέσω της ύπαρξης ειδικού νομοθετικού πλαισίου που καλύπτει τα συναφή αδιαφανή  εταιρικά σχήματα. 

Αν και οι εταιρείες αυτές αποδίδουν ελάχιστη έως μηδενική φορολόγηση, η εισροή τεράστιων κεφαλαίων που προσελκύουν,  συνεπάγεται σημαντικά πολλαπλασιαστικά οφέλη, όπως η δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, παράπλευρων  οικονομικών δραστηριοτήτων, κλπ.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες μεγάλες χώρες δεν ευνοούν τη δημιουργία στην επικράτειά τους παρόμοιων εταιρειών, αφού σε μια τέτοια περίπτωση, πολλά  κλασικά εταιρικά σχήματα που φορολογούνται κανονικά, υπάγονται σε αυστηρή φορολογική,  εργασιακή και ασφαλιστική νομοθεσία  και υπόκεινται σε νόμιμους ελέγχους, ίσως θα προτιμούσαν να μεταταγούν, μέσω εξαγωγής και επανεισαγωγής κεφαλαίων,  στο καθεστώς των υπεράκτιων εταιριών, για να έχουν τα σχετικά οφέλη Αυτό φυσικά  δεν ισχύει σε  μικροσκοπικές χώρες όπου δεν υφίσταται σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα γενικότερα.

Μια παραπλήσια αλλά διαφορετικού τύπου οικονομική δραστηριότητα, είναι τα υπεράκτια οικονομικά κέντρα. Κύριος εκπρόσωπος της είναι η  Ελβετία, όπου υφίσταται υψηλή φορολόγηση, αλλά η νομισματική σταθερότητα και το παραδοσιακό απόρρητο των εκεί τραπεζικών  συναλλαγών, έχει οδηγήσει στη συγκέντρωση τεράστιων διεθνών κεφαλαίων.[2]  

Εκτιμάται ότι η οικονομική αυτή ιδιαιτερότητα   της Ελβετίας ως κρατικής οντότητας, χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία της  παραδοσιακής της ουδετερότητας, εξηγεί και το γεγονός ότι είναι η μοναδική Ευρωπαϊκή χώρα όπου ουδέποτε έχει τεθεί θέμα ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κι’ αυτό γιατί το  υπερκείμενο Συνταγματικό καθεστώς, σε συνδυασμό με τις σχετικά ενιαίες κατευθυντήριες οικονομικές πολιτικές της Ε.Ε., πιθανώς να  παρενέβαλλε σοβαρές δυσχέρειες στη διατήρηση της  ως μεγάλου υπεράκτιου οικονομικού κέντρου.

Αν και με μικρότερη επιτυχία, παρόμοιες πολιτικές  για την προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων με τη νομοθέτηση ευνοϊκών συνθηκών για κατοίκους του εξωτερικού,  έχουν γίνει και από  άλλες χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και πιο πρόσφατα η Ιρλανδία.  Η Κύπρος είναι μια άλλη χώρα μικρομεσαίου μεγέθους όπου έχει θεσπιστεί ειδικό καθεστώς για υπεράκτιες εταιρείες, οι οποίες έχουν προσελκύσει ιδιαίτερα ελληνόκτητο και κυρίως ναυτιλιακό κεφάλαιο.

Στη χώρα μας, της οποίας η  ελληνόκτητη ναυτιλία είναι η πρώτη σε μέγεθος παγκοσμίως, έχει θεσπιστεί  ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς για ναυτιλιακές εταιρείες, το οποίο θα μπορούσε να προσομοιαστεί με υπεράκτιο οικονομικό κέντρο. Παρ’ όλα αυτά, το υφιστάμενο εδώ καθεστώς, σε συνδυασμό με την αυστηρή κριτική που υφίσταται και την επιλεγόμενη ανελαστικότητα των εργασιακών σχέσεων στην ελληνική ναυτιλία,  δε φαίνεται να ικανοποιεί τους Έλληνες πλοιοκτήτες, στο βαθμό τουλάχιστον που θα τους οδηγούσε στο να στρέψουν τα πλοία τους στην ελληνική σημαία.

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, το παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό καθοριζόταν από το διεθνές εμπορικό καθεστώς της συμφωνίας του Μπρέττον Γούντς που περιόριζε τη διεθνή κίνηση κεφαλαίων και επέβαλε σταθερές νομισματικές ισορροπίες με κεντρικό νόμισμα αναφοράς το δολάριο. Ο περιορισμός της ελευθερίας στη διεθνή κίνηση των κεφαλαίων  αποσκοπούσε στο να παρέχεται η δυνατότητα στις εθνικές κυβερνήσεις να καθορίζουν αυτόνομα τη δική τους νομισματική πολιτική. 

Γενικότερα, υπήρχαν πολλοί περιορισμοί στις ευρύτερες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, σύμφωνα και με τις αρχές του Κεϊνσιανισμού που δέσποζε μέχρι τότε, όπως λχ. η παρεμπόδιση  της κίνησης κεφαλαίων (εκτός αν αφορούσε τη χρηματοδότηση του εμπορίου), αλλά και οι έλεγχοι  στα τραπεζικά επιτόκια.  Το όλο   κλίμα της εποχής είχε ως συνέπεια πολλοί επιχειρηματίες και ιδιαίτερα πολυεθνικές εταιρίες, να μεταφέρουν  μεγάλο μέρος των κεφαλαίων τους από την ημεδαπή σε αλλοδαπές  εταιρίες που ήταν εγκατεστημένες σε χώρες με  πολλά πλεονεκτήματα, όπως η ελάχιστη ή και καθόλου φορολογία αλλά και σε γενικές γραμμές, με ελάχιστους έως ανύπαρκτους  περιορισμούς στην κίνηση  κεφαλαίων.

Με την κατάργηση της Συμφωνίας του Μπρέτον Γούντς  το 1973 και την άρση των περιορισμών στην κίνηση του διεθνούς κεφαλαίου, θεωρήθηκε πως οι υπεράκτιες δραστηριότητες  θα συρρικνωθούν  σημαντικά, αφού δεν υπήρχαν  πλέον οι περιοριστικές εκείνες  συνθήκες  που οδηγούσαν στην προσέλκυση  υψηλής  ροής διεθνών κεφαλαίων.  Στην πράξη όμως συνέβη το αντίθετο. 
Οι υπεράκτιες εταιρείες και τα υπεράκτια οικονομικά κέντρα, προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες[3]  με συνέπεια να διογκωθεί περαιτέρω η δραστηριότητά και η σημασία τους στην παγκόσμια οικονομική σκηνή.  Η ενίσχυση του καθεστώτος των φορολογικών απαλλαγών, η προστασία του απορρήτου των συναλλαγών, η ανωνυμία της ιδιοκτησίας, η διεύρυνση των διεθνών αεροπορικών μεταφορών, σε συνδυασμό με την πιο πρόσφατη έκρηξη των νέων τεχνολογιών και κυρίως του διαδικτύου, ισχυροποίησαν το οπλοστάσιο και την ελκυστικότητα των συναφών δραστηριοτήτων

Λόγοι ίδρυσης

Ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί περισσότερο αναλυτικά, είναι οι λόγοι για τους οποίους ορισμένες  χώρες συστήνουν τους «φορολογικούς παράδεισους» των υπεράκτιων δραστηριοτήτων. Βασικής σημασίας φαίνεται πως είναι  η «ανάγκη επιβίωσης και γρήγορης οικονομικής ανάπτυξης των συγκεκριμένων κρατών, τα οποία είναι στην πλειοψηφία τους μικρού μεγέθους χωρίς σημαντικούς οικονομικούς πόρους, με περιορισμένες δυνατότητες να διατηρήσουν την οικονομική τους αυτοτέλεια».[4] Είναι προφανής η προσπάθεια  των μικροσκοπικών κρατών να αποκτήσουν  πρόσβαση σε διεθνείς κεφαλαιαγορές, να προσελκύσουν τεχνικό προσωπικό και να γίνουν κοιτίδα οικονομικής γνώσης αλλά και να δημιουργήσουν  νέες θέσεις εργασίας.[5]

Από την πλευρά των επιχειρηματιών, τα πλεονεκτήματα είναι πολλαπλά και διάφορα όπως  :

 -Ταχύτατη δημιουργία της εταιρείας,

-Ανυπαρξία αντικινήτρων και γραφειοκρατικών δυσκολιών,

-Ελάχιστο κόστος και μικρό  αρχικό εταιρικό κεφάλαιο,

 -Πλήρης ανωνυμία των πραγματικών μετόχων,

 -Δυνατότητα σύστασης της εταιρίας με ένα μόνο μέτοχο

 -Μεταφορά των κερδών από υψηλά σε χαμηλά φορολογούμενες χώρες

 -Αποφυγή του πόθεν έσχες τόσο στην αγορά περιουσιακών στοιχέιων όσο και στη  νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

 -Αποφυγή της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας

 -Αποφυγή δεσμέυσεων ατομικής περιουσίας, με τη διασφάλιση από μελλοντικές διεκδικήσεις δανειστών

 -Αποφυγή φορολογικών επιβαρύνσεων

 -Πλήρης απαλλαγή του φόρου κληρονομιάς, δωρεάς, μεταβίβασης κλπ

 -Αποφυγή φόρου τόκων στις καταθέσεις

 -Αποφυγή διπλής φορολόγησης

 -Τραπεζικό και γενικότερα κάθε είδους απόρρητο

 -Ανυπαρξία  συναλλαγματικών περιορισμών[6]

Από τα παραπάνω τα πλέον ελκυστικά κίνητρα στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι  η απόλυτη ανωνυμία, το τραπεζικό και κάθε είδους απόρρητο, η χαμηλή ή και ανύπαρκτη φορολογία και η εύκολη και ταχύτατη σύσταση της εταιρίας χωρίς να απαιτείται μεγάλο αρχικό κεφάλαιο.

Δραστηριότητες

Οι πιο σημαντικές χρηματοοικονομικές δραστηριότητες των υπεράκτιων εταιρειών είναι οι εξής:

Οι τραπεζικές λειτουργίες και η συμμετοχή στις αγορές συναλλάγματος, οι ασφαλίσεις, η διαχείριση εταιριών εμπιστευμάτων (trusts) και γενικότερων χρηματοικονομικών υπηρεσιών (επενδύσεις, εμπόριο, εταιρίες συμμετοχών κ.α.), αλλά και κάποιες δραστηριότητες που δεν ανήκουν καθαρά στον χρηματοοικονομικό τομέα, όπως η εγγραφή ναυτιλιακών δραστηριοτήτων (registry) αλλά και εταιρίες παροχής διοικητικών υπηρεσιών.

Όσον αφορά το ζήτημα της φορολογίας, υπάρχουν δύο βασικές περιπτώσεις κρατών που φιλοξενούν τις υπεράκτιες δραστηριότητες, Αυτά που επιβάλλουν ελάχιστη ή μηδενική φορολογική επιβάρυνση στους επενδυτές, μια πρακτική που ακολουθείται  σε λιλιπούτειες ή μικρομεσαίες  χώρες σε μέγεθος, γεωγραφικό αλλά και οικονομικό. (Νησιά Καυμάν,  Κύπρος, Παναμάς,  κλπ.). Υπάρχουν όμως και μεγαλύτερες χώρες που εύστοχα αποκαλούνται «μεγάλα εμπορικά καταστήματα με υψηλά επίπεδα φορολογίας», όπως είναι η περίπτωση της  Ελβετίας, όπου η φορολογία αγγίζει το 40%, ένα ποσοστό ανάμεσα στα υψηλότερα της Ευρώπης.

Ένας ειδικότερος και αποδεκτός   λόγος που χρησιμοποιούνται τα υπεράκτια κέντρα και εταιρείες, εκτός από τις γενικότερες φορολογικές απαλλαγές, είναι η αποφυγή διπλής φορολογίας. Επειδή το φορολογικό σύστημα διεθνώς χαρακτηρίζεται από «έλλειψη ευκαμψίας»[7] και οι περισσότερες φορολογικές ρυθμίσεις διευθετούνται από διμερείς και όχι πολυμερείς συμφωνίες,  συχνά εμφανίζεται το πρόβλημα της διπλής φορολόγησης των ίδιων πράξεων από δύο διαφορετικά κράτη που δεν έχουν συνάψει κάποια συμφωνία αποφυγής της.  Έτσι, ένας επιχειρηματίας που εύλογα θέλει να αποφύγει τη διπλή φορολόγηση επί  των επαναπατριζόμενων κερδών σε μια επιχείρησή του στην αλλοδαπή, συστήνει μια υπεράκτια εταιρεία και χρησιμοποιώντας την ως μεσάζοντα, ως τρίτο πόλο ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερες χώρες, το πετυχαίνει. Έτσι η «αυξημένη χρήση των διεθνών offshore χρηματοοικονομικών κέντρων ήταν μια αντίδραση στα φορολογικά κόστη που συνεπάγονται οι διεθνείς επενδύσεις»[8].


Βεβαίως είναι πιθανό  η ύπαρξη της υπεράκτιας εταιρίας, εκτός από τον ως άνω σωστό λόγο,  να αξιοποιηθεί  και για την πλήρη αποφυγή της φορολογίας, ή συγκεκριμένα π.χ της γονικής παροχής, όπως γινόταν, μέχρι πρόσφατα και στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, ο ιδιοκτήτης ενός σπιτιού μπορούσε να το εγγράψει  σε μια υπεράκτια  εταιρεία και ύστερα, όταν επιθυμούσε  να το παραχωρήσει στους απογόνους του, απλά τους παρέδιδε  την κυριότητα των μετοχών της  εταιρείας αυτής και έτσι απέφευγε ένα τεράστιο μέρος του φόρου γονικής παροχής. 

Με την πρόσφατη ψήφιση νόμου στην ελληνική  Βουλή, οι εταιρείες offshore είναι πλέον υποχρεωμένες να πληρώνουν ετησίως το 3% της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων, δυσκολεύοντας πολύ τη μέχρι προηγουμένως οικονομική πλάγια αποφυγή νόμιμης φορολόγησης.

Συμπερασματικά ένας υπεράκτιος «φορολογικός παράδεισος» προσφέρει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα :

-Τα κέρδη μπορούν να μετακινηθούν από μία χώρα με υψηλό συντελεστή φορολογίας σε μια χώρα με χαμηλό συντελεστή φορολογίας.

-Τα κέρδη μπορούν να τοποθετηθούν σε χώρα offshore, όπου είναι επιτρεπτό, αντί να επαναπατρισθούν και να υποστούν επιπλέον φορολόγηση ή να μεταφερθούν κάτω από συναλλαγματικούς περιορισμούς

-Η φορολογική υποχρέωση ενός ομίλου μπορεί να περιορισθεί σε διεθνές επίπεδο.[9]

Τα περισσότερα παράκτια κέντρα εξειδικεύονται σε συγκεκριμένες υπηρεσίες. Οι πιο συχνές είναι στον τομέα των τραπεζών αλλά και της αγοράς συναλλάγματος. (Offshore banking and offshore currency trading)

Αγορά συναλλάγματος και τραπεζικοί διακανονισμοί

Η παράκτια αγορά συναλλάγματος μπορεί να ιδωθεί ως μια «παράλληλη» αγορά με  την εγχώρια που προσφέρει παρόμοιες υπηρεσίες.[10] Η βασική τους διαφορά είναι πως η παράκτια αγορά αποκόπτει το νόμισμα από τη χώρα προέλευσής του. Οι τράπεζες που λειτουργούν εδώ είναι απαλλαγμένες από κανονισμούς που επιβάλλουν συγκεκριμένα ποσά αποθεματικών πάνω στις καταθέσεις, από φόρους στις συναλλαγές, η από περιορισμούς των συναλλαγματικών ισοτιμιών που  προσφέρουν. 

Έτσι, μπορούν να λειτουργούν πιο οικονομικά και πιο αποτελεσματικά μέσα σε μια άκρως ελεύθερη παγκόσμια χρηματοοικονομική αγορά[11]. Βέβαια, οι ελάχιστοι περιορισμοί στη λειτουργία των υπεράκτιων τραπεζών προσφέρεται και ως αντάλλαγμα για το μεγαλύτερο ποσοστό κινδύνου που υπάρχει για τους καταθέτες και τους δανειστές.

Υποστηρίζεται ότι η υπεράκτια συναλλαγματική αγορά ενισχύει την  παγκόσμια οικονομία. και συγκεκριμένα :


Πρώτον, με τη λειτουργία της εναποθέτει κεφάλαια στις πιο παραγωγικές δραστηριότητες και έτσι επιτυγχάνονται καλύτερα αποτελέσματα με μικρότερο κόστος συναλλαγής. Παρέχει διασπορά του συναλλαγματικού κινδύνου για τους επενδυτές και τους δανειστές, ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου η δυνατότητα της προστασίας έναντι ζημιών από μεταβολές των διεθνών τιμών (hedging), των χρηματοοικονομικών κινδύνων είναι περιορισμένη στην εγχώρια αγορά[12].

Παράλληλα, έχει θετικές επιπτώσεις όσον αφορά τη  ρευστότητα του συστήματος, άρα και στο βάθος και εύρος των συναλλαγματικών αγορών στην εγχώρια αγορά. Τέλος, μπορεί να αυξήσει την ελαστικότητα των επιτοκίων των  ροών κεφαλαίου, πιέζοντας έτσι τις εκάστοτε πολιτικές και οικονομικές αρχές να κρατήσουν σταθερές μακροοοικονομικές πολιτικές, ούτως ώστε να αποφύγουν και τις απότομες μετακινήσεις κεφαλαίου[13]

Οι αρνητικές πλευρές του θέματος, μεταξύ άλλων μπορούν να περιγραφούν συνοπτικά ως ακολούθως  :

Η ελευθερία που παρέχεται στο κεφάλαιο στις υπεράκτιες αγορές, μπορεί  να μειώσει την αποτελεσματικότητα του εγχώριου νομισματικού και πληθωριστικού ελέγχου, επειδή η επέκταση των δανείων από υπεράκτιες τράπεζες είναι πιθανό να επεκτείνει την προσφορά συναλλάγματος και να προκαλέσει προβλήματα σε εθνικά νομίσματα αλλά και στις οικονομίες τους. 

Έτσι, υποδαυλίζεται μια τυχόν περιοριστική νομισματική στάση της  χώρας καταγωγής, ιδιαίτερα όταν αυτή προσπαθεί να την περιορίσει με τη θέσπιση κατώτατων ορίων αποθεματικών (reserve requirements)[14]. Επισημαίνεται εδώ ότι στις περισσότερες υπεράκτιες  τράπεζες, δεν υπάρχουν κατώτατα όρια στα αποθεματικά τους.  Αυτό αποτελεί  ένα αρκετά  λογικό επιχείρημα, καθώς η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων μπορεί να προκαλέσει ανισορροπίες στις μακροοικονομικές πολιτικές, ιδιαίτερα σε μικρά κράτη, με αδύναμη οικονομική υποδομή. 

Ακόμα και στις πανίσχυρες ΗΠΑ, πολλές είναι οι φωνές που καλούν τις αμερικανικές επιχειρήσεις να «επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη», ιδιαίτερα μάλιστα μετά το σκάνδαλο της Enron, το οποίο έδωσε ώθηση στα μεγαλύτερα ιδιωτικά ιδρύματα συνταξιοδοτήσεων, να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες απαιτώντας να σταματήσουν οι αμερικανικές εταιρίες να «κρύβονται σε φορολογικούς παραδείσους, αποφεύγοντας την πληρωμή των φόρων».

Σε μια χώρα όπως οι ΗΠΑ, που ύστερα από την 11η Σεπτεμβρίου αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και συναλλαγματικά ελλείμματα,  οι εταιρείες αυτές έχουν επικριθεί ακόμα και ως αντεθνικές. Κι’ αυτό γιατί  όσο συνεχίζεται η εκροή κεφαλαίων από την αμερικανική επικράτεια στις υπεράκτιες εταιρίες, τόσο οξύνονται τα προβλήματα χρηματοδότησης της αμερικανικής οικονομίας[15]

Έχει παρατηρηθεί επίσης πως οι υπεράκτιες αγορές συναλλάγματος εξυπηρετούν την κερδοσκοπία στην αγορά συναλλάγματος (exchange market speculation). Η απουσία περιορισμών στις μετακινήσεις μεταξύ διάφορων εθνικών νομισμάτων, διευκολύνει τυχοδιωκτικούς κύκλους να δανειστούν ένα νόμισμα που τείνει προς την υποτίμηση (depreciationprone) από μία παράκτια τράπεζα και να επενδύουν σε ένα νόμισμα με τάσεις ανόδου (appreciation-prone currency).

 Έτσι, στις υπεράκτιες αγορές ενδέχεται να μειωθεί το απόθεμα συναλλάγματος που αναμένεται να υποτιμηθεί και να αυξηθεί αυτό το οποίο αναμένεται να ανατιμηθεί. Με παρόμοιο τρόπο, οι υπεράκτιες αγορές αυξάνουν  το μέγεθος των διεθνών βραχυπρόθεσμων ροών κεφαλαίου, κάτι που μπορεί  να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία  κερδοσκοπικών (speculative) πράξεων εναντίον εθνικών νομισμάτων, προκαλώντας συναλλαγματικές πιέσεις στα νομίσματα αυτά και ανισορροπίες στις εθνικές οικονομίες.

Σε μια έρευνα του ΔΝΤ, οι τράπεζες offshore κατατάσσονται σε τρεις βασικούς κλάδους. Πρώτον, οι offshore που αποτελούν κέντρα πλήρους παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών με προηγμένα συστήματα, που δρουν σε ιδιαίτερα ρευστοποιημένες  αγορές, όπου η ύπαρξη οικονομικών πόρων είναι μεγάλη. 

Τέτοια κέντρα είναι το Λονδίνο,  επιμέρους τραπεζικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ, αλλά και η ιαπωνική υπεράκτια αγορά, των οποίων όμως το μερίδιό τους στις διεθνείς συναλλαγές μειώνεται σταδιακά.  Τα δευτερεύοντα υπεράκτια κέντρα είναι αυτά τα οποία αποτελούν το μεσάζοντα για τη μεταφορά κεφαλαίων από μία χώρα  σε μια άλλη.

Οι τράπεζες στα υπεράκτια κέντρα συνήθως είναι υποκαταστήματα μεγάλων κεντρικών τραπεζών που δρουν παγκόσμια. Δεν αποτελούν δηλαδή ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, αλλά υπάγονται στο μητρικό φορέα.  Ασχολούνται κυρίως με τρεις τύπους συναλλαγών. Την παροχή υπηρεσιών καταθέσεων και δανείων σε διάφορα παγκόσμια νομίσματα, αλλά κυρίως σε αυτό του ευρωδολλαρίου, την παροχή ομολόγων αλλά και την ταχεία παροχή συναλλάγματος που συνήθως χρησιμοποιείται για κερδοσκοπία.

Υπάρχουν πολλοί νόμιμοι λόγοι οι οποίοι προσελκύουν έναν οικονομικό οργανισμό στις υπεράκτιες τράπεζες. Μερικοί από αυτούς είναι: το ευέλικτο οικονομικό πλαίσιο όπου υπάρχουν μικροί ή και καθόλου φόροι αλλά και η ασφάλεια και η ανωνυμία που παρέχεται στους καταθέτες και τους δανειολήπτες, η κοντινή απόσταση γεωγραφικά αλλά και όσον αφορά τη χρονική ζώνη σε οικονομικά κέντρα, η εκάστοτε φήμη του παράκτιου κέντρου αλλά κυρίως η απόλυτη απαλλαγή από οποιονδήποτε έλεγχο.[16]

Έκνομες  δραστηριότητες


Μια βασική λειτουργία που επιτελούν τα υπεράκτια  κέντρα είναι αυτή του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, είτε αυτό προέρχεται από παράνομες οικονομικές δραστηριότητες είτε προέρχεται από κεφάλαια διαφευγόντων φόρων. «Πρόκειται για τη σκοτεινή πλευρά της παγκοσμιοποίησης» όπως σχολίασε ο αμερικανός υπουργός οικονομικών Στούαρτ Άιζενστατ στην Ουάσινγκτον Πόστ.[17]

Υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες μέσα από τις οποίες ένας κάτοχος κεφαλαίων θα περάσει για να καταφέρει να νομιμοποιήσει το βρώμικό χρήμα που κατέχει. Πρώτον θα στήσει μια εταιρεία βιτρίνα σε ένα παράκτιο «φορολογικό παράδεισο» όπου και θα καταθέσει το κεφάλαιο. 

Η εταιρεία βιτρίνα λέγεται και «off the self» δηλαδή «εταιρεία του ραφιού»[18]. Ονομάζεται έτσι γιατί αποτελεί νομικό κατασκεύασμα που στην πραγματικότητα  δεν έχει ουσιαστική οικονομική οντότητα και υπόσταση αλλά αποτελεί παρένθετο προσωπείο για την  απόκρυψη του πραγματικού  ιδιοκτήτη.

Πρόκειται για γνωστή πρακτική που εφαρμόζεται στην πράξη από εξειδικευμένους δικηγόρους που έχουν έτοιμα «στο ράφι» του γραφείου τους  προκατασκευασμένα παρόμοια νομικά μορφώματα που διαθέτουν στους ενδιαφερόμενους έναντι ιδιαίτερα χαμηλού κόστους 800-1000 ευρώ, (εξού και το off the self). Οι εμφανιζόμενοι ως μέτοχοι είναι απλώς παρένθετα πρόσωπα, οι οποίοι ενεργούν ως εντολοδόχοι  στην υπηρεσία του πραγματικού ιδιοκτήτη

Σε  δεύτερη φάση, ο ιδιοκτήτης της υπεράκτιας εταιρείας θα φροντίσει να μεταβιβάσει τα κεφάλαια της εταιρείας σε άλλη παρόμοια εταιρεία και παρένθετα πρόσωπα, μέχρι  ότου καταστεί αδύνατη η εξεύρεση της αρχικής τους προέλευσης, κάτι που διασφαλίζεται από την κατοχύρωση του απορρήτου και της ανωνυμίας  που  παρέχουν τα υπεράκτια κέντρα. 

Μπορεί επίσης, ως πρόσθετο μέτρο να καταθέτει σε πολλούς λογαριασμούς, μικρά ποσά, έτσι ώστε να μην κινεί υποψίες στις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές και με αυτά τα κεφάλαια να αγοράσει μετοχές της εταιρείας βιτρίνας. Στη συνέχεια « πωλεί σε νέο αγοραστή, αγοράζει εκ νέου και έτσι τα ίχνη της προέλευσης του χρήματος χάνονται».[19]

Η κινητικότητα των κεφαλαίων και η συνεχής ανακύκλωση τους είναι ο βασικός άξονας στον οποίο κινείται ο πραγματικός ιδιοκτήτης της υπεράκτιας εταιρείας. Όπως εύστοχα έχει αναφερθεί, «στις καθαρές ακτές των νησιών Καϋμάν, το χρήμα είναι συνήθως βρώμικο, αυτό όμως δε μειώνει την αγοραστική του αξία. Αφού ξεπλυθεί, επιστρέφει δριμύτερο στις αγορές της Ευρώπης και της Αμερικής καθιστώντας ολοένα και πλουσιότερους τους διαχειριστές του»[20]

Η ευκολία με την οποία ένας εγκληματίας μπορεί να καταθέτει και να διακινεί τα κεφάλαιά του χρησιμοποιώντας μια εταιρία βιτρίνα είναι τρομακτική. Έτσι δεν είναι περίεργο που ανάμεσα στους μεγαλύτερους καταθέτες βρίσκεται η ρωσική μαφία. Ούτως η άλλως τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της ιστορίας έλκουν την καταγωγή τους από κεφάλαια που βρίσκονταν κατατεθειμένα στους φορολογικούς παραδείσους, όπως αυτό της τράπεζας  BBCI της Enron και της Parmalat.[21]

Μέθοδοι και προσπάθειες ελέγχου στην Ελλάδα

Οι υπεράκτιες εταιρίες δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα στους εξής τομείς: Αγορά και ανέγερση ακινήτων, χρηματιστηριακές συναλλαγές, ναυτιλία, εμπορικές συναλλαγές, αμοιβές υψηλόβαθμων στελεχών, υπερτιμολογήσεις-υποτιμολογήσεις, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, σκάφη αναψυχής, αεροπλάνα, χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

Είναι χαρακτηριστικό πως τα νησιά Καϋμάν κατέχουν τη δεύτερη θέση μετά τις ΗΠΑ στις χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που δραστηριοποιούνται στο Χρηματιστήριο Αθηνών με ποσοστό 5,082%[22]. Οι ελληνικές αρχές έχουν προσπαθήσει να σφίξουν τον κλοιό γύρο από τη φοροδιαφυγή που γίνεται μέσω των υπεράκτιων εταιριών. Οι απόψεις διίστανται για το κατά πόσο τα εμπόδια που τίθενται από τις αρχές στη δραστηριοποίηση των εταιριών αυτών στον ελληνικό χώρο είναι επαρκή.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως οι ελληνικές ναυτιλιακές επιχειρήσεις που κινούνται στην πλειοψηφία τους μέσω υπεράκτιων εταιρειών, αποτελούν ειδική περίπτωση η οποία δεν θεωρείται ότι εμπίπτει στην κατηγορία των ύποπτων συναφών δραστηριοτήτων,  αφού  η σύστασή και η λειτουργία τους είναι απόλυτα νόμιμη, σύμφωνα και με τους νόμους 2687/53 και 86/97.[23]

Για τις περιπτώσεις εκτός της ναυτιλίας, έχουν θεσπιστεί διάφορα φορολογικά αντικίνητρα που αφορούσαν στη φορολογία εισοδήματος, τη φορολογία κεφαλαίου και στην αύξηση του κόστους λειτουργίας των offshore και ειδικότερα  μετά το 2002, η καταβολή ετήσιου ειδικού φόρου 3% επί της αξίας του ακινήτου που κατέχουν, αλλά και το ότι τα τιμολόγια από offshoreδε θεωρούνται δαπάνες οι οποίες να μπορούν να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα.[24] 

Παράλληλα, τροποποιήθηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σχετικά με τον «εντοπισμό και τη γνωστοποίηση των ύποπτων συναλλαγών με offshore», ενώ κινήθηκε η διαδικασία για τη  «χαρτογράφηση» των ιδιοκτητών offshore.

Με τις παραπάνω διατάξεις και ενέργειες, μπήκαν ορισμένα εμπόδια στη φοροδιαφυγή αλλά και στις κλασσικές τριγωνικές συναλλαγές υποτιμήσεων και υπερτιμήσεων. Επίσης, η υποχρέωση τήρησης των βιβλίων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι θεωρούνται «επιτηδευματίες», δυσχεραίνει την ευελιξία και τη διαρκή κινητικότητα κεφαλαίων που παρουσίαζαν οι εταιρείες αυτές, με σκοπό  την αποφυγή της φορολογίας. 

Αλλά και ο ειδικός φόρος επί των ακινήτων, πρακτικά σημαίνει πως σε 30 χρόνια ο κάτοχός του καταβάλλει  την αξία του κατά 100% σε φόρους, ενώ απαλλάσσεται ο ιδιοκτήτης μόνο εάν αποκαλύψει την ταυτότητά του, ακυρώνοντας έτσι δύο από τα πιο σημαντικά πλεονεκτήματα που είχε η σύσταση μιας παράκτιας εταιρείας.[25]

ο μερίδιό τους στη διεθνή κίνηση κεφαλαίων, αλλού σε ορισμένες περιπτώσεις μειώνεται και σε άλλες αυξάνει κατά περίπτωση. Τέλος υπάρχουν και  τα κέντρα  εκείνα που απλά χρησιμοποιούνται ως έδρες για τις επιχειρήσεις και  τις διάφορες συναλλαγές τους,  τα οποία διευθύνονται  από άλλες οικονομικές οντότητες που βρίσκονται εκτός της επικράτειάς τους. Οι περιπτώσεις αυτές που αποτελούν την πλέον καθαρή μορφή υπεράκτιων εταιρειών,  είναι εγκατεστημένες   κυρίως σε χώρες της Καραϊβικής και όχι μόνο, και τo μερίδιό τους στις σχετικές συναλλαγές  παραμένει σταθερό τα τελευταία χρόνια.[26]

Γενικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα


Η δραστηριότητα των υπεράκτιων εταιρειών και γενικότερα των υπεράκτιων οικονομικών κέντρων, αποτελεί σημαντικότατο οικονομικό και πολιτικό ζήτημα που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις όσον αφορά  τη νομιμότητα και  τη σκοπιμότητα ή μη της ύπαρξής τους.  Αρκεί να επισημανθεί ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις,    το μισό περίπου των παγκόσμιων οικονομικών πράξεων,  συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με υπεράκτια κέντρα και αυτό από μόνο του καταδεικνύει το μέγεθος του ζητήματος.[27]

Οι υποστηρικτές των υπεράκτιων δραστηριοτήτων, ισχυρίζονται ότι αυτού του είδους οι οικονομικές πράξεις και συναλλαγές αποτελούν έκφραση της ανάγκης για την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων, γεγονός που διευκολύνει και μεγεθύνει το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα. Επί πλέον, αποτελεί μια ρεαλιστική πραγματικότητα  την οποία οι περισσότερες μικροσκοπικές χώρες αδυνατούν να αγνοήσουν, ενώ οι μεγάλες  δεν μπορούν παρά να την ανεχθούν.

Αντίθετα, οι επικριτές τους υποστηρίζουν ότι οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν κεντρικό μοχλό για τη διευκόλυνση της διεθνούς οικονομικής παρανομίας που εμπεριέχει και εγκληματικές πράξεις. Στην πραγματικότητα, ισχυρίζονται οι τελευταίοι,  υφίσταται  ένα διεθνές καθεστώς ένοχης ανοχής για τις υπεράκτιες δραστηριότητες, οι οποίες θα μπορούσαν να καταργηθούν ή έστω να αδυνατίσουν, εφ’ όσον υπήρχε σχετική πολιτική βούληση από τα διεθνώς ισχυρά πολιτικοοικονομικά κέντρα, τα οποία στηρίζονται σε νεοφιλελεύθερες  απόψεις, των οποίων ακραίες εκφάνσεις αποτελούν οι επίμαχες δραστηριότητες που συζητάμε.


To μερίδιό τους στη διεθνή κίνηση κεφαλαίων, αλλού σε ορισμένες περιπτώσεις μειώνεται και σε άλλες αυξάνει κατά περίπτωση. Τέλος υπάρχουν και  τα κέντρα  εκείνα που απλά χρησιμοποιούνται ως έδρες για τις επιχειρήσεις και  τις διάφορες συναλλαγές τους,  τα οποία διευθύνονται  από άλλες οικονομικές οντότητες που βρίσκονται εκτός της επικράτειάς τους. Οι περιπτώσεις αυτές που αποτελούν την πλέον καθαρή μορφή υπεράκτιων εταιρειών,  είναι εγκατεστημένες   κυρίως σε χώρες της Καραϊβικής και όχι μόνο, και τo μερίδιό τους στις σχετικές συναλλαγές  παραμένει σταθερό τα τελευταία χρόνια.[28]


Παράρτημα : Χώρες θεωρούμενες ως φορολογικοί παράδεισοι

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ 45 κρατικές οντότητες «δεν συνεργάζονταν επαρκώς στο φορολογικό πεδίο» και οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως φορολογικοί παράδεισοι είναι: η Ιρλανδία, η Κόστα-Ρίκα, η Κύπρος, η Λιβερία, το Λιχτενστάιν, το Βανουάτου, το Λουξεμβούργο, το Μονακό*, η Ολλανδία*, η Ουρουγουάη, ο Παναμάς, η Σιγκαπούρη*, η Φινλανδία*, το Χονγκ Κονγκ, οι Σεϋχέλλες η Σαμόα, το Μπελίζε, οι Μπαχάμες, το Ναουρού, καθώς και κάποιες υπερπόντιες κτήσεις όπως το Γιβραλτάρ, τα νησιά Γκέρσεϊ και Γκένσεϊ, οι Βερμούδες, οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι, ο Μαυρίκιος, τα Νησιά Καϋμάν, η Νήσος του Μαν, ηνήσος Νέβις, το Νιούε

Εκτός από τα Δουκάτα, τα Πριγκιπάτα, την Ελβετία και τους παραδοσιακούς, ας πούμε, ηπειρωτικούς παραδείσους, τα τελευταία χρόνια δημιουργούνται και άλλοι, και μάλιστα στην «καρδιά» των μεγάλων και φορολογικά ορθόδοξων κρατών - που λόγω δημοσιονομικής κρίσης σκέπτονται ακόμη και την αύξηση των φορολογικών συντελεστών τους. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πόλη του... Λονδίνου!Το Λονδίνο από το 2010 είχε καταλάβει περίοπτη θέση στη λίστα με τους 10 «πλέον ενδιαφέροντες» φορολογικούς παραδείσους που είχε δημοσιεύσει το περιοδικό «Forbes». Αυτοί ήσαν κατά σειρά η αμερικανική Πολιτεία του Ντελαγουέρ, το Λουξεμβούργο, η Ελβετία, οι Νήσοι Κέιμαν, το Σίτι του Λονδίνου, η Ιρλανδία, οι Βερμούδες, η Σιγκαπούρη, το Βέλγιο και το Χονγκ Κονγκ.

Φορολογικοί παράδεισοι θεωρούνται κέντρα που βρίσκονται  στο Χονγκ Κονγκ, τη Σιγκαπούρη, το Μπαχρέιν, τον Παναμά την , κλπ.Ανδόρα,Παρθένοι Νήσοι ΗΠΑ, Βανουάτου,Ουρουγουάη,Χονγκ  Κονγκ,Μπαχρέιν, Μπαρμπέιντος, Βερμούδες,Μπελίζ,Μπρουνέι,Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι,Νήσοι Κέιμαν,Νήσοι Κουκ

Κόστα Ρίκα,Χιλή,Ντομινίκ,Γιβραλτάρ,Γρενάδα,Γουατεμάλα,Γκέρνσεϊ,Νήσος Μαν,Ζέρσεϊ,Λίβανος,Λιβερία,Λιχτενστάιν,Μαλαισία,Νήσοι Μάρσαλ

Μοντσεράτ,Μαυρίκιος,Μονακό,Παναμάς,Φιλιππίνες,Αγία Λουκία,Άγιος Χριστόφορος,Νέβις,Άγιος Βικέντιος,Γρεναδίνες,Σαμόα,Σεϋχέλλες,Σιγκαπούρη,Νήσοι Τερκς,Κάικος
................................................
Υποσημειώσεις 

[1] Errico L.- Musalem A.: Offshore Banking: An analysis of micro and macro Prudential Issues, IMF 1999, Working Paper 1995, N. 5, σελ 6

[2] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003, σελ 48

[3] Darbar S., Johnston B., Zepeheryn M.: Assesing Offshore, Filling a gap in global surveillance, finance and development pages 32-35, September 2003

[4] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003, σελ 47

[5] Errico L.- Musalem A.: Offshore Banking: An analysis of micro and macro Prudential Issues, IMF 1999, Working Paper 1995, N. 5, σελ 6

[6] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003, σελ 49

[7] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003, σελ 51

[8] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003, σελ 51

[9] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003, σελ 53

[10] Ishii Sh., et. al.: Measures to Limit the Offshore Use of Currencies: Pros and Cons, IMF, Working Paper WP/01/43, 2001, σελ 5

[11] Ishii Sh., et. al.: Measures to Limit the Offshore Use of Currencies: Pros and Cons, IMF, Working Paper WP/01/43, 2001, σελ 5

[12] Ishii Sh., et. al.: Measures to Limit the Offshore Use of Currencies: Pros and Cons, IMF, Working Paper WP/01/43, 2001, σελ 6

[13] Ishii Sh., et. al.: Measures to Limit the Offshore Use of Currencies: Pros and Cons, IMF, Working Paper WP/01/43, 2001, σελ 6

[14] Ishii Sh., et. al.: Measures to Limit the Offshore Use of Currencies: Pros and Cons, IMF, Working Paper WP/01/43, 2001, σελ 9

[15] Teather D.: Corporate America come home!, 28/02/2003, εφημερίδα The Guardian, www.guardian.co.uk

[16] Errico L.- Musalem A.: Offshore Banking: An analysis of micro and macro Prudential Issues, IMF 1999, Working Paper 1995, N. 5, σελ 6

[17] Λίλα Μ.: Καϊμάν: Τα νησιά του λαμόγιου, μια Ελλάδα στην Καραϊβική, περιοδικό «Ε», τεύχος 730, 10/04/2005, σελ 88-91

[18] Σιούφας Θ.: Πηγή διαφθοράς οι υπεράκτιες χαρτοεταιρίες, 25/12/2004, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή, www.kathimerini.gr

[19] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003 σελ 434

[20] Λίλα Μ.: Καϊμάν: Τα νησιά του λαμόγιου, μια Ελλάδα στην Καραϊβική, περιοδικό «Ε», τεύχος 730, 10/04/2005, σελ 88-91

[21] Λίλα Μ.: Καϊμάν: Τα νησιά του λαμόγιου, μια Ελλάδα στην Καραϊβική, περιοδικό «Ε», τεύχος 730, 10/04/2005, σελ 88-91

[22] Λίλα Μ.: Καϊμάν: Τα νησιά του λαμόγιου, μια Ελλάδα στην Καραϊβική, περιοδικό «Ε», τεύχος 730, 10/04/2005, σελ 88-91

[23] Σιούφας Θ.: Πηγή διαφθοράς οι υπεράκτιες χαρτοεταιρίες, 25/12/2004, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή, www.kathimerini.gr

[24] Επτά Πλεονεκτήματα και δυο σκόπελοι για τις υπεράκτιες, 12/06/2005, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή, www.kathimerini.gr

[25] Τρία φορολογικά Εμπόδια στον ελληνικό δρόμο των «παραδείσων», 12/06/2005, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή, www.kathimerini.gr

[26] Errico L.- Musalem A.: Offshore Banking: An analysis of micro and macro Prudential Issues, IMF 1999, Working Paper 1995, N. 5,σελ 12-13

[27] Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003, σελ 47

[28] Errico L.- Musalem A.: Offshore Banking: An analysis of micro and macro Prudential Issues, IMF 1999, Working Paper 1995, N. 5,σελ 12-13
  Βιβλιογραφία 

Ελληνόγλωσση:

-Δουβής Π.: «Offshore» δραστηριότητες, press line, Αθήνα 2003

-Γεωργιάδης Στ. Α.: Η αλήθεια για τη φορολόγηση των offshore, 20/10/2002, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα Το Βήμα, www.tovima.dolnet.gr

-Λίλα Μ.: Καϊμάν: Τα νησιά του λαμόγιου, μια Ελλάδα στην Καραϊβική, περιοδικό «Ε», τεύχος 730, 10/04/2005, σελ 88-91

-Μούσας Ν.: Η Εξόντωση των offshore, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα Το Βήμα, www.tovima.dolnet.gr

-Σιούφας Θ.: Πηγή διαφθοράς οι υπεράκτιες χαρτοεταιρίες, 25/12/2004, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή,www.kathimerini.gr

-Στεργίου Λ.: Η φορολογική...παρακμή των υπεράκτιων εταιριών, 12/06/2005, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή, www.kathimerini.gr

-Χατζινικολάου Π.: Χωρίς αποτέλεσμα το κυνήγι των offshore 11/05/2004, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή, www.kathimerini.gr

Ανώνυμα Άρθρα

-Επτά Πλεονεκτήματα και δυο σκόπελοι για τις υπεράκτιες, 12/06/2005, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή,www.kathimerini.gr

-Τρία φορολογικά Εμπόδια στον ελληνικό δρόμο των «παραδείσων», 12/06/2005, αρχείο εκδόσεων, εφημερίδα καθημερινή, www.kathimerini.gr

Ξενόγλωσση

-Mckee A. Y: Offshore Financial Centers, Accounting Services and the Global Economy, Quorum Books,Westport, Ct. 2000

-Errico L.- Musalem A.: Offshore Banking: An analysis of micro and macro Prudential Issues, IMF 1999, Working Paper 1995, N. 5

-Ishii Sh., et. al.: Measures to Limit the Offshore Use of Currencies: Pros and Cons, IMF, Working Paper WP/01/43, 2000

-Darbar S., Johnston B., Zepeheryn M.: Assesing Offshore, Filling a gap in global surveillance, finance and development pages 32-35, September 2003

-Teather D.: Corporate America Come Home!, 28/02/2003, εφημερίδα The Guardian, www.guardian.co.uk

..................................................................
Ο Ανδρέας Κατσανέβας του Θεοδώρου είναι ερευνητής και βοηθός καθηγητής στο Stanford University


Ο