28 Οκτ 2019

Η εξέλιξη του χρέους σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ και ο μύθος των ευθυνών του Ανδρέα Παπανδρέου για τα σημερινά μας δεινά




Η συγκριτική παρουσίαση και επεξεργασία των στοιχείων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, καταρρίπτει πανηγυρικά τον γνωστό μύθο που προβάλλεται συστηματικά ότι, για τα σημερινά μας δεινά ευθύνεται η δήθεν αλόγιστη και πολυέξοδη οικονομική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου. Στη σύγχρονη εποχή, η περίοδος της κυβέρνησης της ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη 1993-1996, όπως και αυτή της ευρωζώνης μεταξύ των ετών 2008-2018,επιβάρυναν το χρέος σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό,με παράλληλη σημαντική φτωχοποίηση της χώρας ειδικότερα στην περίοδο της ευρωζώνης. Αλλά ας δούμε μια σύντομη επισκόπηση της μακροπρόθεσμης εξέλιξης του χρέους, σύμφωνα με τα επίσημα και αδιαμφισβήτητα στοιχεία του ΔΝΤ

Ένα πρώτο σχόλιο
H πορεία του ελληνικού χρέους έχει πολλές διακυμάνσεις από το 1884 μέχρι σήμερα, γεγονός που παρατηρείται σε πολλές ή και σε όλες τις χώρες διεθνώς. Η Ελλάδα ποτέ στην ιστορία της δεν είχε χρέος σε επίπεδα της τάξης του 400% του ΑΕΠ όπως η Γερμανία μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, της οποία το αιματοβαμμένο χρέος κουρεύτηκε κατά 64% και το υπόλοιπο ρυθμίστηκε με αναπτυξιακή ρήτρα στη συνθήκη του Λονδίνου όπου συμμετείχε και η νικήτρια Ελλάδα.

Τρικούπης : «δυστυχώς επτωχεύσαμεν»
Στον 19ο αιώνα η μεγαλύτερη κορύφωση του ελληνικού χρέους παρατηρείται το 1896 (223,5% του ΑΕΠ). Τρία χρόνια πριν είχε μεσολαβήσει η χρεοκοπία και η στάση πληρωμών του Χαρίλαου Τρικούπη, ενός από τους σημαντικότερους Πρωθυπουργούς της νεότερης Ελλάδας, ο οποίος ακολούθησε αναπτυξιακή πολιτική με δημιουργία δημόσιων έργων, δρόμων,λιμανιών, δικτύου σιδηροδρόμων αλλά και αμυντικού εξοπλισμού της χώρας. Αυτή η αναπτυξιακή πολιτική εξηγεί τη μεγάλη αύξηση του χρέους, το οποίο μετά το 1996 με την κήρυξη της στάσης πληρωμών άρχισε να πέφτει. Η στάση πληρωμών και οι συμφωνίες για κούρεμα του χρέους την εποχή εκείνη ήταν και παραμένει ο μοναδικός τρόπος για την έξοδο από την παγίδα χρέους, η οποία έχει στραγγαλίσει τη χώρα μας στη σημερινή εποχή.

Η αυγή του 2ου αιώνα και ο μεσοπόλεμος
Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ εμφανίζει πάλι μια κορύφωση στην αυγή του 20ου αιώνα (218,06),και από τότε υποχωρεί μέχρι το 1913 που φτάνει στο 64,69% του ΑΕΠ. Στην ταραχώδη περίοδο 1914-1927 το ΔΝΤ δεν παρέχει σχετικά στοιχεία. Tο 1928 όπου το χρέος ανέρχεται σε 84,53% του ΑΕΠ και το 1933 σε 88,08% του ΑΕΠ. Μετά τη νέα στάση πληρωμών και υποτίμηση της δραχμής το τον ίδιο χρόνο από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλο, ακολουθεί μια ελαφρώς καθοδική πορεία μέχρι το 1939 που παρέχονται στοιχεία από το ΔΝΤ. (77,82% του ΑΕΠ). Στην περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου από το 1940 και μέχρι το 1950 δεν παρέχονται στοιχεία.

Η μεταπολεμική περίοδος
Το 1952 το χρέος το ΔΝΤ υπολογίζει το χρέος σε 23,58% του ΑΕΠ. Το 1953, με τη ευεργετική υποτίμηση της δραχμής κατά 50% από τον τότε Πρωθυπουργό Σπύρο Μαρκεζίνη, διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα μέχρι το 1966 που ανέρχεται σε 18,98% του ΑΕΠ. Αυτή η εξέλιξη, όπως και στην περίπτωση το 1933, διαψεύδει στην πράξη την άποψη ότι, με υποτίμηση του εθνικού νομίσματος, το χρέος θα αυξηθεί αλματωδώς. Στην περίοδο της επταετούς δικτατορίας παρατηρείται μια μικρή άνοδος κλιμακούμενη από 18,98% το 1966 σε 22,51% το 1974. Η πορεία αυτή αφοπλίζει τα επιχειρήματα που ακούγονται ότι, η επταετία συμπίεσε το χρέος, κάτι που δεν αληθεύει.

Μεταπολίτευση
Στην περίοδο της μεταπολίτευσης, το χρέος κυμάνθηκε σε χαμηλά επίπεδα μεταξύ 24,08% του ΑΕΠ το 1975 έως 26,68% το 1981, σύμφωνα πάντα με το ΔΝΤ. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να εξηγηθεί από τη σχετικά καλή διεθνή οικονομική συγκυρία και την περιοριστική οικονομική πολιτική που άσκησε η κυβέρνηση Καραμανλή εκείνης της εποχής.

Η εποχή του ΠΑΣΟΚ
Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τις εκλογές της 18 Οκτωβρίου του 1981. Μεταξύ των ετών 1982 και 1988 που κυβέρνησε τη χώρα, το χρέος αυξήθηκε από 29,31% του ΑΕΠ το 1982 σε 57,07% του ΑΕΠ. Είχαμε δηλ. μια αύξηση του χρέους κατά 27,76% του ΑΕΠ μέσα σε λιγότερο από οχτώ χρόνια (αύξηση 4,7% ετησίως), η οποία εξηγείται από την επεκτατική οικονομική πολιτική αλλά και τις επιπτώσεις της ένταξής μας στην τότε ΕΟΚ. Γεγονός είναι ότι, η αύξηση αυτή είναι μικρότερη ή πολύ μικρότερη από εκτινάξεις του χρέους σε άλλες περιόδους και ειδικότερα αυτή της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ( 1990-1993) και  της ευρωζώνης ( 2008-2018), όπως θα δούμε πιο κάτω.

Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και δεύτερη κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ
Στην περίοδο 1990-1993 με κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το χρέος αυξήθηκε αλματωδώς κατά 27,14% ή 9,04% ετησίως. Μέσα σε μόλις μια χρονιά με την ίδια κυβέρνηση, από το 1992 στο 1993 αυξήθηκε από 79,97% σε 100,29% του ΑΕΠ δηλ. κατά 20,32%. Από το 1983 μέχρι το 1996 με τη νέα κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, το χρέος το χρέος, σύμφωνα πάντα με το ΔΝΤ, παρέμεινε σταθερό, ενώ στο συνολικό διάστημα των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ από το 1993 μέχρι το 2004, αυξήθηκε ελάχιστα, από 100,29% σε 103,57%.Και όμως, οι απολογητές του κατεστημένου επιμένουν ότι, για τα σημερινά δεινά φταίει το κακό ΠΑΣΟΚ και ειδικότερα ο Ανδρέας Ανδρέου που δήθεν εκτίναξε τις δανειακές υποχρεώσεις της χώρας, διαψεύδοντας έτσι και τα επίσημα στοιχεία του ΔΝΤ.

Τα χρόνια του «ευρωπαράδεισου»
Το 2002 η χώρα εντάχθηκε στο ευρώ και τα πρώτα χρόνια μέχρι το 2008, υπήρχε σταθεροποίηση της πορείας του χρέους. Με την έλευση της οικονομικής κρίσης, αυξάνεται αλματωδώς από 109,42% το 2008 σε 183,30% το 2018, δηλ. κατά 73,88% και μέση ετήσια αύξηση κατά 7,38%.

Γενικό συμπέρασμα
Η σύγκριση της αύξησης του χρέους στην περίοδο της ευρωζώνης σε σχέση με παλαιότερες εποχές, με στοιχεία του ΔΝΤ, καταγκρεμίζει τα έωλα επιχειρήματα των απολογητών του καθεστώτος ότι, για τα σημερινά οικονομικά μας αδιέξοδα, πληρώνουμε οικονομικές αμαρτίες του παρελθόντος και ειδικότερα αυτές του Ανδρέα Παπανδρέου. Όσα λάθη και αν έκαναν οι Ελληνικές κυβερνήσεις στο παρελθόν, ποτέ σε περιόδους πολέμου ή εμφυλίους, δεν έζησε η χώρα παρόμοια δεινά όπως αυτά της σημερινής εποχής μέσα στην κόλαση της νεο - γερμανικής οικονομικής κατοχής.

Η διαχρονική εξέλιξη του ελληνικού χρέους από το 1884 μέχρι το 2018
1884 73,81
1885 53,75
1886 48,19
1887 88,67
1888 119,85
1889 113,5
1890 134,08
1891 144,15
1892 152,54
1893 161,58
1894 216,98
1895 193,26
1896 223,5
1897 190,71
1898 181
1899 190,69
1900 218,06
1901 205,45
1902 209,32
1903 194,54
1904 189,62
1905 164,13
1906 148,95
1907 117,87
1908 121,76
1909 111,13
1910 110,74
1911 81,06
1912 80,22
1913 64,69

1928 80,38
1929 84,53
1930 89,77
1931 105,92
1932 97,81
1933 88,08
1934 80,54
1935 81,79
1936 80,28
1937 72,98
1938 76,73
1939 77,82
1952 23,58
1953 20,16
1954 17,42
1955 15,14
1956 13,74
1957
no data
1958 10,44
1959 9,69
1960 11,58
1961 12,53
1962 15,04
1963 22,58
1964 21,44
1965 16,51
1966 18,98
1967 21,15
1968 23,03
1969 25,78
1970 24,69
1971 24,97
1972 26,52
1973 21,98
1974 22,51
1975 24,08

1979 22,52
1980 22,53
1981 26,68
1982 29,31
1983 33,59
1984 40,06
1985 46,62
1986 47,14
1987 52,41
1988 57,07
1989 59,82
1990 73,15
1991 74,68
1992 79,97
1993 100,29
1994 98,3
1995 98,99
1996 101,34
1997 99,45
1998 97,42
1999 98,91
2000 104,93
2001 107,08
2002 104,86
2003 101,46
2004 102,87
2005 107,39
2006 103,57
2007 103,1
2008 109,42
2009 126,74
2010 146,25
2011 172,1
2012 159,56
2013 177,68
2014 180,06
2015 176,94
2016 181,10
2017 179,30
2018 183,30
Τα στοιχεία είναι από την βάση δεδομένων του
IMF (1) & (2)
Πηγή : International Monetary Fund

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου