Google+ Followers

6 Σεπ 2014

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ : 20 χρόνια φτώχεια και βλέπουμε

Μαύρες προβλέψεις για τα επόμενα 20 χρόνια της ελληνικής οικονομίας κάνει το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ ( ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) στην ετήσια έκθεσή του για την ελληνική οικονομία που δημοσιέυτηκε αυτές τις μέρες. Η έκθεση υιοθετεί τη δική μας επισήμανση ότι, με τα σημερινά δεδομένα, για να υπάρξει θετιμό πρόσημο στην απασχόληση με ομαλή πληρωμή των χρεών με τα δεδομένα του μνημονίου απαιτείται ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 8%. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν είναι πιθανό, ούτε είναι ορατό στον ορίζοντα. Ακόμα και με το εξωπραγματικό αισιόδοξο σενάριο της ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ κα΄τα 3,5-4%, θα χρειαστούν τουλάχιστον 20 χρόνια για να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε επίπεδα ανεργίας του έτους 2009 ( 9,5%,450.000 άνεργοι) και να δημιουργηθούν ένα εκατομύριο  θέσεις εργασίας που χάθηκαν στην περίοδο 2009-2013.


Η μελέτη επισημαίνει επίσης ότι για να πληρωθούν οι συντάξεις και οι υποχρεώσεις το 2016 θα πρέπει να δοθούν επιπλέον 950 εκατ.  ευρώ, ενώ το 2017 το επιπρόσθετο ποσό θα ανέλθει στα 1,4 δισ. ευρώ και το 2018 στα 2,5 δισ. ευρώ. Οι περικοπές των συντάξεων, οι μειώσεις του εφάπαξ και οι ανορθολογικές ενοποιήσεις των Ταμείων σε συνθήκες σημαντικής μείωσης της κρατικής επιχορήγησης, αύξησης της ανεργίας και του αριθμού των νέων συνταξιούχων, μείωσαν τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων από 26 δισ. ευρώ το 2009 σε 4,5 δισ. ευρώ το 2013, με αποτέλεσμα το οριακό έτος εξέλιξης για το ασφαλιστικό, δηλαδή το έτος κρίσης, να μετατεθεί μόνο κατά δύο χρόνια, από το 2014 στο 2016.

Η έρευνα εκτιμά ότι περίπου 850.000 εργαζόμενοι καθυστερούν να πάρουν το μισθό τους από έναν έως 12 μήνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο μέσος πραγματικός μισθός στο ιδιωτικό τομέα είναι 750 με 800 ευρώ μεικτά, από 1.100 που ήταν στην αρχή της κρίσης, καταγράφοντας μείωση κατά μέσο όρο 23%. Η αγοραστική δύναμη των μέσων αποδοχών ανά μισθωτό κατά την πενταετία 2010-2014 μειώθηκε κατά 23%, με αποτέλεσμα στο τέλος του 2014 να επιστρέψει στα επίπεδα του 1995, ενώ  οι μέσες ετήσιες μεικτές αποδοχές (ακαθάριστος μισθός και εισφορές εργοδότη) σε ευρώ στη χώρα μας ανά απασχολούμενο κατά το 2014 είναι μικρότερες από αυτές της Σλοβενίας και της Κύπρου και ανέρχονται σε 21.930 ευρώ έναντι 35.000 ευρώ στην Ισπανία, 39.000 ευρώ στη Γερμανία, 49.000 ευρώ στη Γαλλία και 45.000 ευρώ στην Ιρλανδία.
 Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης:

Οι μειώσεις του μέσου πραγματικού μισθού και της απασχόλησης, συρρίκνωσαν το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών, μειώνοντας τις αποδοχές εργασίας μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων την περίοδο 2010 - 2013 κατά 41 δις ευρώ. Έως το τέλος του 2014 η μείωση θα είναι επιπλέον 2 δισ. ευρώ.  Η αγοραστική δύναμη παρουσιάζει καθίζηση και είναι χαμηλότερη από εκείνη του 1984. 

Ο μέσος πραγματικός μισθός το 2014 έχει μειωθεί κατά 21% έναντι του 2009. Όσον αφορά στην ανεργία, η εκτίμηση είναι ότι το 2020 θα κινείται στο 22% - 23% του εργατικού δυναμικού (1.150.000 άτομα) με ό,τι αρνητικό αυτό συνεπάγεται για την ελληνική οικονομία, τον κρατικό προϋπολογισμό και τη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης. Ραγδαία είναι και η μείωση των επιδοτούμενων ανέργων, παρά το γεγονός ότι αυξήθηκε η ανεργία.

Εξαιτίας των παρεμβάσεων στην εργατική νομοθεσία ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία υπερβαίνει το 2013 το 31% από 25% το 2010. Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης αντιστοιχούν στο 46% των νέων συμβάσεων εργασίας την περίοδο 2009 - 2013, ενώ η ανεργία των ηλικιωμένων (45 - 64 ετών) προσέγγισε το 2013 το 20,3% ή 359.000 άτομα.

 Όλα αυτά σημάινουν ότι με τα σημερινά δεδομένα του Μνημονίου, της ακραίας Μερκελικής λιτότητας και του υπερτιμημένου ευρώ,τα επόμενα 20 χρόνια θα ζήσουμε μέσα στη φτώχεια και στη μιζέρια, με προοπτική απώλειας της ίδιας της εθνικής μας οντότητας
-