Google+ Followers

6 Σεπ 2014

Η πλατεία Ομονοίας και η αρχιτεκτονική μας κληρονομιά

 


Η πλατεία Ομονοίας, η ανθρώπινη, στρογγυλή και βολική κυκλοφοριακά πλατεία της νιότης μας, με τους φοίνικες, το πράσινο, το συντριβάνι, τα παγκάκια με θέα την Ακρόπολη, η πλατεία της ευχάριστης πολυκοσμίας, των συγκεντρώσεων, των εκδηλώσεων, έχει μετατραπεί ανιστόρητα και βάναυσα, σe

κακόγουστο, γκρίζο, άψυχο τσιμεντένιο και πανάκριβο τερατούργημα. Ακολούθησε την καταστροφική μοίρα της όμορφης νεοκλασικής Αθήνας, με ευθύνη αποστεωμένων πολιτικών και θολωμένων αρχιτεκτόνων και πολεοδόμων. Μόνιμοι θαμώνες της είναι η ¨αφρόκρεμα¨ της υποκόσμιας και πολυεθνικής χώρας μας, ως ένα σπάνιο ντοκουμέντο και διαφημιστικό σποτ για τους όποιους ξένους επισκέπτες. Και σπάνια κάποιος κανονικός Έλληνας πολίτης ή σοβαρός αλλογενής μετανάστης  διανοείται να την περπατήσει.

Αυτός ο σύγχρονος κρανίου τόπος, που θα μπορούσε να κερδίσει διεθνές βραβείο ασκήμιας και κακογουστιάς, παραμένει εκεί προκλητικός, όπως προκλητικές είναι οι πινακίδες με τους ¨υπερήφανους¨ συντελεστές και μελετητές του τέρατος που κόστισε 1,7 εκ. ευρώ και η ολοκλήρωσή του κράτησε πάνω από τρία χρόνια.

Η δήθεν-πλατεία, σήμερα διαθέτει πέντε μακρόστενα τσιμεντένια σκαλοπάτια που βρίσκονται εκεί έτσι χωρίς λόγο. Προς την πλευρά της 3ης Σεπτεμβρίου υπάρχει ένα γκρίζο ανάχωμα – τερατούργημα και προς την Πανεπιστημίου, μαζί με τις μόνιμες ταμπέλες, ορθώνεται ένα κακάσκημο τσιμεντένιο κατασκεύασμα που εξυπηρετεί, όπως ειπώθηκε, τις ανάγκες εξαερισμού του υπόγειου σιδηρόδρομου. Και το εξαίρετο γλυπτό του Γιώργου Ζογγολόπουλου που τοποθετήθηκε εκ των υστέρων, μοιάζει να υποφέρει εκεί που βρίσκεται.

Για το θέμα είχαμε και παλαιότερα αρθρογραφήσει και καταφύγει σε ερώτησή μας στη Βουλή, όπου ζητούσαμε να μας πληροφορήσουν γιατί διάφοροι μελετητές –αρχιτέκτονες, με τη σύμπραξη περισπούδαστων επιτροπών και εργολάβων, να διαπράττουν σωρεία πολεοδομικών εγκλημάτων, καταστρέφοντας την ιστορική νεοκλασική φυσιογνωμία της πόλης μας και εγκαθιστώντας προσωπικές τους ¨ενοράσεις¨ που κάθε άλλο παρά κοινωνική τέχνη αποτελούν. Γιατί η κοινωνική τέχνη, αν μπορεί να λέγεται έτσι, οφείλει να σέβεται την αισθητική της κοινωνίας και της αρχιτεκτονικής παράδοσης της πόλης. Όπως ακριβώς γίνεται σε όλες τις σοβαρές χώρες.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τα ανεγερθέντα την τελευταία τριακονταετία  δημόσια κτίρια όπως ο Άρειος Πάγος, η Αστυνομία, και πολλά άλλα, για να μην αναφερθώ στο Μέγαρο Μουσικής, δεν προσομοιάζουν στην κλασική ή στη νεοκλασική αρχιτεκτονική αισθητική.

Είναι θλιβερό οι περισσότερες πόλεις του κόσμου διεθνώς να κοσμούνται από προσόψεις και κίονες αρχαιοελληνικής αισθητικής και εμείς εδώ στην πατρίδα του Φειδία να περιφρονούμε ότι μαγικό μας κληρονόμησε η αρχαία Ελλάδα. Πόσο πιο όμορφη θα ήταν η Αθήνα αν η νεοκλασική αρχιτεκτονική των Τσίλλερ, Σίνκε, Βάϊλερ, Χάνσεν, Μπουλανζέ, Κλεάνθη, Καυταντζόγλου, είχε περισσότερους μιμητές σήμερα.

Το Πανεπιστήμιο,η  Εθνική Βιβλιοθήκη και η Ακαδημία των Αθηνών στην Πανεπιστημίου ( Χάνσεν), το κτίριο της Βουλής (Γκάιρτνερ) και της παλαιάς Βουλής (Μπουλανζέ), το Ζάππειο (Μπουλανζέ και Χάνσεν), το Αρσάκειο ( Καυταντζόγλου), τα τρία κτίρια του Πολυτεχνείου, το Αρχαιολογικό Μουσείο στην οδό Πατησίων,το Εθνικό Θέατρο  είναι τα ελάχιστα κτιριακά κοσμήματα που έχουμε να επιδείξουμε στην Αθήνα, κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης.

Την ασκήμια της Αθήνας δεν είναι πλέον επιτρεπτό να τη διαιωνίζουμε. Γι΄ αυτό και δεν είναι ανεκτό να εναποθέτουμε την αισθητική της σε όσους δε σέβονται την αρχιτεκτονική μας κληρονομιά και παράδοση. Η αισθητική της πόλης μας, αυτής που θα κληρονομήσουμε στα παιδιά μας, είναι, εκτός των άλλων και πολιτικό ζήτημα. Γι΄ αυτό οφείλουμε να συζητήσουμε το όλο θέμα και σε πολιτικό επίπεδο.