Google+ Followers

4 Οκτ 2014

Η μετάβαση στη δραχμή


Συνεχίζουμε τη δημοσίευση απαντήσεων σε σημαντικά ερωτήματα που αφορούν το καίριο ζήτημα της "Μετάβασης στη Δραχμή" από το ομότιτλο τελευταίο βιβλίο (εκδόσεις Fotounica, 2014 )που περιέχει εβδομήντα απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις, καθώς και άλλα συνοδευτικά και υποστηρικτικά κείμενα.Το βιβλίο μπορεί να το προμηθευτούν οι ενδιαφερόμενοι με αποστολή στο σπίτι (210-522800,τιμή κόστους 5 ευρώ). 

8. Οι απότομες αυξήσεις τιμών σε εισαγόμενα αγαθά, δε θα οδηγήσουν σε ελλείψεις αγαθών και υψηλό πληθωρισμό;

Στους πρώτους 6-8, έως 14 μήνες, θα υπάρξουν επιμέρους  αρρυθμίες στην αγορά και πιθανώς ελλείψεις ορισμένων, κυρίως πολυτελών εισαγόμενων αγαθών. Με δεδομένο ότι, σύμφωνα με
την ΕΛ.ΣΤΑΤ., το 2012, η συμμετοχή των εισαγωγών ανέρχεται στο 25,5% του ΑΕΠ[1], ο πληθωρισμός της αρχικής περιόδου των έξι έως δεκατεσσάρων μηνών, εκτιμάται ότι θα ανέρχεται σε επίπεδα της τάξης του 15-17%, με υπολογισμούς που αναλύονται και πιο κάτω
Εφ’ όσον ο πληθωρισμός με τα μέτρα που προτείνονται εδώ διατηρηθεί σε τέτοια τα επίπεδα, αυτό θα λειτουργήσει θετικά για την αναγκαία θέρμανση και αναπτυξιακή ώθηση της ελληνικής οικονομίας, η οποία σήμερα βρίσκεται στην κατάψυξη με αρνητική ή χλωμή ανάπτυξη και ένα πρωτοφανώς αρνητικό πληθωρισμό της τάξης του -3%. 
Αργότερα, ο πληθωρικός αναμένεται να συγκρατηθεί σε επίπεδα κάτω του 7-10%. Ιδιαίτερα στην αρχική περίοδο, η κυβέρνηση οφείλει να παρέμβει όπου εμφανίζονται φαινόμενα μαύρης αγοράς, να πατάξει την κερδοσκοπία και να φροντίσει για την επάρκεια σε βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης, κυρίως σπάνιων φαρμάκων και κατά δεύτερο λόγο καυσίμων.
9. Θα υπάρξει πρόβλημα με τα τρόφιμα;
Η ελληνική γεωργία λόγω γεωγραφικής θέσης και κλιματολογικών συνθηκών ήταν και μπορεί να είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική διεθνώς. Τα τελευταία χρόνια, έχει πληγεί βαρύτατα από το σκληρό-ακριβό ευρώ που την καθιστά ασύμφορη. Παρόμοια αρνητικές επιπτώσεις είχε και έχει η  Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε. με επιλογές που ευνοούν τις βόρειες χώρες, καθώς και με την πρακτική των επιδοτήσεων που δημιούργησε κλίμα ήσσονος προσπάθειας στους αγρότες και εγκατάλειψης της υπαίθρου. 
Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα η εγχώρια παραγωγή τροφίμων είναι επαρκής για την κάλυψη των βασικών μας αναγκών και μπορεί να υποκαταστήσει τα περισσότερα εισαγόμενα. Αν χρειαστεί, αντί για ουίσκι, μπορούμε να επιβιώσουμε με τσίπουρο! Αντί για ρύζι Μπάρμπα Μπεν που θα ακριβύνει, θα έχουμε αυτό του Αγρινίου ή της Θεσσαλονίκης! Η αυτάρκεια σε τρόφιμα από την εγχώρια αγορά είναι δεδομένη, όπως αποδεικνύεται από μελέτες και ειδικότερα της ΠΑΣΕΓΕΣ[2] αλλά και την απτή πραγματικότητα. 
Παρ’ όλη τη συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια λόγω κυρίως της Ε.Ε. και του ευρώ, η χώρα παράγει με επάρκεια σιτηρά σε επίπεδα της τάξης του 96%, ελαιοκομικά (384%), οπωροκηπευτικά (106%), εσπεριδοειδή (115%), φρούτα (123%), αμπελοκομικά (213%), όσπρια (67%), κρέας (61%), αυγά (91%), τυροκομικά-γαλακτοκομικά (92%), μέλι (92%), αλιεύματα (125%), τη μοναδική μαστίχα, αυγοτάραχο, τον πολύτιμο κρόκο, κλπ.  
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι δεν θα υπάρχει σοβαρό πρόβλημα έλλειψης τροφίμων στην αρχική περίοδο μετάβασης στη δραχμή. Ενώ λίγο αργότερα, η συμπίεση του κόστους παραγωγής, λόγω της υποτιμημένης δραχμής, θα οδηγήσει σε μεγάλο πλεόνασμα στο γεωργικό ισοζύγιο. Είναι αδιανόητο μια κατ’ εξοχήν αγροτοπαραγωγός χώρα με ευλογημένο κλίμα, να αδυνατεί να παράγει τα απαραίτητα τρόφιμα για τη διατροφή του εγχώριου πληθυσμού της. 
Οι πολίτες οφείλουν να προσαρμοστούν στις ιδιαιτερότητες της αρχικής περιόδου, να αποφεύγουν την κατανάλωση ακριβών εισαγόμενων προϊόντων και να στραφούν σε εγχώρια, γεγονός που θα βοηθήσει την αναβίωση του ελληνικού παραγωγικού δυναμικού. Τα εγχώρια προϊόντα θα γίνουν πιο ελκυστικά αφού θα φτηνύνουν λόγω του χαμηλότερου κόστους παραγωγής, ως συνέπεια της υποτίμησης της δραχμής. 
Επισημαίνεται ότι, το γεωργικό προϊόν είναι έντασης εργασίας (η συμμετοχή δηλ. του κόστους εργασίας ανέρχεται περίπου στο 70-80% του συνολικού κόστους), με συνέπεια η προστιθέμενη αξία των αναγκαίων εισαγωγών σε λιπάσματα και καύσιμα, να έχει περιορισμένη επίπτωση στο συνολικό κόστος. Έτσι κι΄ αλλιώς, οφείλουμε να επιμένουμε ελληνικά. Γιατί όταν αγοράζουμε ελληνικά, όταν κάνουμε διακοπές στην Ελλάδα, στηρίζουμε τη χώρα μας. Και αυτό χρειάζεται να γίνει τρόπος ζωής σήμερα όσο ποτέ άλλοτε.[3]
10. Θα μας λείψουν τα φάρμακα;

Τα περισσότερα φάρμακα μπορεί να παράγονται εδώ και ορισμένα να εισάγονται  όπως γινόταν όλα τα παλαιότερα χρόνια με τη δραχμή, όταν ουδέποτε υπήρξε παρόμοιο πρόβλημα. Παρ’ όλη τη συρρίκνωσή της τα τελευταία χρόνια, η ελληνική φαρμακοβιομηχανία καλύπτει πάνω από το 50% των αναγκών της χώρας σε φάρμακα - ποσοστό που ασφαλώς μπορεί να διευρυνθεί - εξάγει σε 60 χώρες, απασχολεί 8.500 άτομα και διαθέτει 21 εργοστάσια εγχώριας παραγωγής. 

Ευνόητο είναι ότι, μπορεί να καλύψει την παραγωγή του συνόλου των γενόσημων φαρμάκων για την αντιμετώπιση του μεγαλύτερου μέρους των αναγκών για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να προωθήσει ποιοτικώς ελεγμένα γενόσημα φάρμακα (αντίγραφα πρωτότυπων), που σήμερα αντιστοιχούν μόλις στο 20% του συνολικού όγκου και της φαρμακευτικής δαπάνης, έναντι ποσοστού άνω του 60% που ισχύει διεθνώς. 

Και αυτό, σε συνδυασμό με την ορθολογική αναθεώρηση της λίστας φαρμάκων και της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, μέτρα που είχαν καθιερωθεί από το 1986 στο ΙΚΑ, αλλά αργότερα ατόνησαν γιατί η εφαρμογή τους δε βόλευε τα τεράστια συμφέροντα κυρίως των πολυεθνικών εταιρειών.[4] 

Γενικότερα, η κυβέρνηση οφείλει και μπορεί να φροντίσει για τον ομαλό εφοδιασμό της αγοράς σε φάρμακα, να πατάξει την αθέμιτη κερδοσκοπία στον κλάδο, να προστατεύσει τη δημόσια υγεία, και να ισχυροποιήσει την ελληνική φαρμακοβιομηχανία δημιουργώντας πολλές νέες θέσεις εργασίας. 

Γεγονός είναι ότι, τώρα με το ευρώ και όχι παλαιότερα με τη δραχμή, εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια Έλληνες πολίτες, δεν έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη γιατί αδυνατούν να καταβάλουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές

11. Με τις πρώτες ύλες τι γίνεται;

Σε αντίθεση με χώρες όπως η Γερμανία ή και η Κίνα, η Ελλάδα διαθέτει, αναλογικά με το μέγεθός της, πλεόνασμα πρώτων υλών, ορυκτού και φυσικού πλούτου. Οι κλάδοι της εξορυκτικής βιομηχανίας, των βασικών μεταλλουργιών, της τσιμεντοβιομηχανίας και σκυροδέματος, έχουν συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 5 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 2-3% του ΑΕΠ και απασχολούν  άνω των 100.000 εργαζομένων. 

Ο εξορυκτικός κλάδος είναι ισχυρά εξωστρεφής, αφού οι εξαγωγές πρωτογενών και επεξεργασμένων υλικών αντιπροσωπεύουν πάνω από το 65% των πωλήσεών του. Εταιρείες του κλάδου κατέχουν ηγετικές θέσεις στη  διεθνή αγορά σε προϊόντα όπως βωξίτης, αλουμίνα, αλουμίνιο, νικέλιο, λευκόλιθος, καυστική μαγνησία, μπεντονίτης, μαγνησίτης, περλίτης, σμηκτίτης, ελαφρόπετρα, μάρμαρα, χουντίτης. 

Είμαστε η μοναδική χώρα διεθνώς που παράγει  χουντίτη, πρώτη στην παραγωγή περλίτη, δεύτερη στην κίσηρη (ελαφρόπετρα) και  μπεντονίτη, πρώτη στην εξαγωγή προϊόντων λευκόλιθου-μαγνησίτη στην ΕΕ. Επίσης, η Ελλάδα διαθέτει λιγνίτη, χρυσό, πλουτώνιο και πολλά άλλα σπάνια ορυκτά. Έχει τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια διεθνώς, και μεγάλες προοπτικές ενεργειακής εκμετάλλευσης από ηλιακή, αιολική, γεωθερμική, θαλάσσια ενέργεια, ενώ μεγάλες ελπίδες αναπτυξιακών προοπτικών έχουν εναποτεθεί στον τεράστιο πλούτο των ανεκμετάλλευτων ακόμη υδρογοναθράκων που έχουν εντοπιστεί. 

Εκτός από την ανεκτίμητη ιστορική της κληρονομιά και τη μεγαλύτερη εμπορική ναυτιλία διεθνώς, βρίσκεται σε κομβικό σημείο διεθνώς, διαθέτει εύκρατο κλίμα, πλούσιο έδαφος όπως και υπέδαφος, ακτογραμμή έκτασης 16.040 χλμ. και μοναδικό τουριστικό προϊόν. Διαθέτει τέλος, ανθρώπινο δυναμικό υψηλής μόρφωσης και δυνατοτήτων, που μπορεί να αποτελέσει ισχυρό μοχλό ανάπτυξης και ευημερίας για τη χώρα, με την προϋπόθεση ότι θα επικρατήσει η αξιοκρατία, η τοποθέτηση των κατάλληλων ανθρώπων στις κατάλληλες θέσεις, η ορθολογική διοίκηση και η αποφυγή της ήσσονος προσπάθειας και του βολέματος στο δημόσιο. 

12. Πως θα αγοράζουμε καύσιμα αφού δε θα έχουμε διαθέσιμα ευρώ και η τιμή τους θα είναι υπερτιμημένη σε δραχμές;

Το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών σε αργό πετρέλαιο καλύπτεται από τα ελληνικά διυλιστήρια που διαθέτουν ίδιους πόρους και έχουν συνάψει μακροχρόνιες συμφωνίες με πετρελαιοπαραγωγικές χώρες. Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, τα διυλιστήριά μας εξάγουν διυλισμένο πετρέλαιο και παράγωγά του ακόμα και σε πετρελαιοπαραγωγικές χώρες! 

Αν προκύψουν κάποια προσωρινά προβλήματα, μπορεί να αντιμετωπιστούν με υπάρχοντα συναλλαγματικά διαθέσιμα και κυρίως με διακρατικές συμφωνίες για αγορές καυσίμων με πίστωση, κάτι που άλλωστε γίνεται και σήμερα.[5], καθώς και με την παραχώρηση δικαιωμάτων εξόρυξης υδρογοναθράκων με διαφύλαξη φυσικά των οικονομικών και γεωστρατηγικών συμφερόντων της χώρας. 

Παράλληλα, οφείλουμε να προωθήσουμε τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, με ανάπτυξη και δικής μας τεχνολογίας, την ηλιακή, αιολική, θαλάσσια, υδροηλεκτρική κλπ. Επισημαίνεται εδώ ότι, η υψηλή τιμή των υγρών καυσίμων στην Ελλάδα δεν οφείλεται στο κόστος αγοράς, αλλά στη βαρύτατη επιβάρυνσή τους από φόρους. 

Γεγονός είναι ότι, με τη δραχμή, ποτέ δεν είχαμε πρόβλημα ενεργειακής επάρκειας, όπως δεν έχουν και όλες οι άλλες χώρες εκτός ευρωζώνης ή και εκτός Ευρώπης, όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Αλβανία, κλπ. Όπου μάλιστα τα καύσιμα στοιχίζουν πολύ λιγότερο από ότι στην Ελλάδα. Για αυτό, Έλληνες καταναλωτές επισκέπτονται αυθημερόν τις συνοριακές χώρες για αγορές καυσίμων και πολλών άλλων ειδών.




[1] Το Α.Ε.Π., το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, είναι ένας κλασικός οικονομικός όρος που στην ουσία απεικονίζει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητα μιας χώρας ή του συνολικού της εισοδήματος που μετριέται επίσης αντίστοιχα με το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα ή Εθνικό Εισόδημα. Με την αύξηση ή την μείωση του ΑΕΠ (για τον όρο αυτό όπως και τους συναφείς με αυτόν όρους δε θεωρείται εδώ αναγκαία η αναλυτική τεχνοκρατική τους περιγραφή), μετράται η ανάπτυξη ή η πτωτική οικονομική πορεία μιας χώρας.
 
[2] «Να σταματήσει η τρομοκρατία πως δε θα έχουμε να φάμε αν πάμε στη δραχμή, αφού η αυτάρκεια της χώρας σε βασικά αγροτικά διατροφικά προϊόντα φτάνει το 94%». Αυτό ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τζανέτος Καραμίχας, Πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ, παρουσιάζοντας τη σχετική εμπεριστατωμένη μελέτη στα τέλη του Ιανουαρίου 2012.
[3] Για το σκοπό αυτό έχει επανενεργοποιηθεί ο παλαιότερος, γνωστός και από τον «εισαγόμενο», φορέας με την ονομασία «Ο Επιμένων Ελληνικά», που με παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απονευρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990.  βλ. www.oepimenonellinika.org,

[4] Η εξωφρενική φαρμακευτική δαπάνη στη χώρα μας αντιμετωπίστηκε αποτελεσματικά από το ΙΚΑ το 1986  κυρίως με την καθιέρωση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, κυρίως με το σύστημα του υδατογραφημένου κουπονιού που τοποθετείται μέχρι σήμερα στις φαρμακευτικές συσκευασίες. Το πρωτοποριακό αυτό σύστημα που  αντέγραψαν πολλές χώρες διεθνώς, έδωσε τη δυνατότητα να ελεγχθεί η κατευθυνόμενη συνταγογράφηση, να συμπιεσθεί αποτελεσματικά η φαρμακευτική δαπάνη, με προστασία της δημόσιας υγείας και στήριξη της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας. 

Αργότερα, περιέπεσε σε λήθαργο αφού ήταν το κύριο μέσο αντιμετώπισης των μεγάλων συμφερόντων των πολυεθνικών του κλάδου. Σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, εφαρμόστηκε μια σύγχρονη, περίπλοκη και ιδιαίτερα πολυέξοδη μορφή ηλεκτρονικής συνταγογράφησης που προβλήθηκε κάτι σαν την... ανακάλυψη του τροχού. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι, ένα αξιόλογο μέτρο για την καταπολέμηση της πολυφαρμακίας ήταν η δημόσια καμπάνια του ΙΚΑ το 1987, με επίκεντρο το μήνυμα «περισσότερα φάρμακα, λιγότερη υγεία», που προβλήθηκε με σποτ από τη δημόσια τηλεόραση με την αφιλοκερδή επιμέλεια και συμμετοχή του αείμνηστου Θανάση Βέγγου.

[5] Σύμφωνα με έγκυρες αδημοσίευτες πληροφορίες, η χώρα μας οφείλει στο Ιράν, από το οποίο εισάγουμε μεγάλο μέρος των προμηθειών μας σε αργό πετρέλαιο, περισσότερα από 2 δις δολάρια για τις επί πιστώσει αγορές μας για το σκοπό αυτό.