Google+ Followers

4 Οκτ 2014

Η μετάβαση στη δραχμή

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση απαντήσεων σε σημαντικά ερωτήματα που αφορούν το καίριο ζήτημα της "Μετάβασης στη Δραχμή" από το ομότιτλο τελευταίο βιβλίο (εκδόσεις Fotounica, 2014 )που περιέχει εβδομήντα απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις, καθώς και άλλα συνοδευτικά και υποστηρικτικά κείμενα.Το βιβλίο μπορεί να το προμηθευτούν οι ενδιαφερόμενοι με αποστολή στο σπίτι (210-522800,τιμή κόστους 5 ευρώ). 

14. Είναι σωστό να υποτιμηθεί η νέα δραχμή και μάλιστα σε τέτοια επίπεδα ;

Η υποτίμηση, η υπερτίμηση, η διολίσθηση[1] ενός νομίσματος και γενικότερα οι διεθνείς συναλλαγματικές του ισοτιμίες, υπόκεινται σε διαδικασίες που συνδέονται, εκτός των άλλων, με το μέγεθος της κυκλοφορίας του συγκεκριμένου νομίσματος και της συμπεριφοράς του στις διεθνείς αγορές. Οι υποτιμήσεις ή οι διολισθήσεις εθνικών νομισμάτων αποτελούν την
κλασική και δοκιμασμένη συνταγή για την ανόρθωση της ανταγωνιστικότητας μιας χώρας, με την προϋπόθεση ότι θα εκτιμηθούν σωστά οι διεθνείς συναλλαγματικές ισοτιμίες και οικονομικές συγκυρίες. Πολύ συνοπτικά αυτό σημαίνει ότι, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγει μια χώρα γίνονται πιο φτηνά, ανταγωνιστικά και ελκυστικά στη διεθνή αγορά. Ακριβαίνουν και μειώνονται οι εισαγωγές, αυξάνονται οι εξαγωγές και η προτίμηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.

Αν και τα οικονομικά δεδομένα έχουν αλλάξει σημαντικά, αν υποθετικά έστω γυρίζαμε πίσω στις αρχές του 2002 όταν δηλ. μπήκαμε στην ευρωζώνη, η υποτίμηση της δραχμής κατά 50% σημαίνει ότι ένα ευρώ θα αναλογεί σε 681,5 παλαιές δραχμές, κοντά δηλ. στις 700  δραχμές. Κάτι παρόμοιο έγινε το 1953 όταν ο τότε συντηρητικός Πρωθυπουργός Σπύρος Μαρκεζίνης, υποτίμησε κατά 50% την ισοτιμία της δραχμής, σε σχέση με το δολάριο. Έκοψε δηλ. στο μισό την αγοραστική και την ανταλλακτική της αξία, με συνέπεια η οικονομία να αποκτήσει υψηλή ανταγωνιστικότητα  και αμέσως μετά να απογειωθεί[2]. Βέβαια, όταν οι υποτιμήσεις γίνονται αλόγιστα και καθ’ υπερβολήν και εκδίδεται πληθωριστικό χρήμα, μπορεί να οδηγήσουν σε υπερπληθωρισμό. 

Γι’ αυτό, εκτός από τη συνετή διαχείριση της νομισματική κυκλοφορίας και του ύψους των επιτοκίων, οι δημόσιες δαπάνες, πρέπει να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις και να υπάρχει περιστολή της αντιπαραγωγικής σπατάλης. Οι υποτιμήσεις που έγιναν στη δεκαετία του 1980, είχαν παρόμοια ευεργετικά αποτελέσματα. Αργότερα, υιοθετήθηκε, ας μου επιτραπεί να πω και με δική μου εισήγηση, η πρακτική της διολίσθησης του νομίσματος αντί της υποτίμησης, η οποία δημιουργεί περιορισμένες πληθωριστικές προσδοκίες και έχει καθιερωθεί, ως η πλέον αποδοτική πρακτική διεθνώς. Η κακοτυχία της σημερινής ελληνικής οικονομίας είναι ότι, το ευρώ ανατιμάται συνεχώς σε σχέση με το δολάριο και τα άλλα νομίσματα, με αποτέλεσμα, οι χώρες της περιφέρειας να χάνουν συνεχώς έδαφος στο μέτωπο της ανταγωνιστικότητας για λόγους που εξηγούνται εδώ.

15. Θα αυξηθούν όμως και οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών.

Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., το 2012 οι εισαγωγές προϊόντων και πρώτων υλών συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, επισημαίνεται και πάλι ότι, αναλογούν στο 25,5% του ΑΕΠ. Με βάση αυτό το κύριο δεδομένο και συναρτώμενες εκτιμήσεις που αναλύονται συνοπτικά εδώ[3], στην αρχική φάση της μετάβασης μέχρι τους πρώτους 14 μήνες, η μέση-σταθμισμένη αύξηση στις τιμές καταναλωτή από τη συναλλαγματική υποτίμηση της δραχμής, υπολογίζεται ότι θα ανέρχεται περίπου σε 15%-17%[4]

Οι αυξήσεις τιμών θα προέλθουν κυρίως από την αύξηση του κόστους εισαγωγής προϊόντων και πρώτων υλών και κατά δεύτερο λόγο, από αναμενόμενες κερδοσκοπικές κινήσεις τις οποίες οφείλει να ελέγξει και να αποτρέψει το κράτος. Αντίθετα, οι αυξήσεις στις τιμές των εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών θα είναι περιορισμένες, γιατί επηρεάζονται ελάχιστα  από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και σε μικρή σχετικά έκταση από το κόστος εισαγόμενων πρώτων υλών. 

Αυτό αφορά ιδιαίτερα τις υπηρεσίες, τον τουρισμό και τη γεωργία που αποτελούν τους ισχυρότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Η ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης, λόγω αυξημένης ανταγωνιστικότητας των εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών, προβλέπεται να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των εισαγωγών, βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών, ισχυροποίηση της ελληνικής οικονομίας και αύξηση της απασχόλησης.

16. Πως θα προστατευθεί ή θα βελτιωθεί η αγοραστική αξία των μισθών και των συντάξεων;

Με σκοπό την προστασία και τη βελτίωση της αγοραστικής αξίας των μισθών και των συντάξεων θα καθιερωθεί τιμαριθμική αναπροσαρμογή ανά τρίμηνο, ιδιαίτερα  κατά την περίοδο των πρώτων 6-14 μηνών (βλ. και υποσημείωση 13). Με τον τρόπο αυτό, θα αντισταθμισθεί η αναμενόμενη αύξηση των τιμών κατά 15%-17%[5]. Γενικότερα, κυρίαρχη μέριμνα των σχετικών ρυθμίσεων είναι να επιτευχθεί η σταθερότητα και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με στόχο τη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας. Με απλά λόγια, να βγούμε από τη σημερινή κόλαση, να ζήσουμε καλύτερα και να παραδώσουμε μια ελπιδοφόρα προοπτική για τα παιδιά μας.

17. Και αν ο πληθωρισμός επιμένει, τι γίνεται;

Ο πληθωρισμός που είναι και ο μεγαλύτερος κίνδυνος της μετάβασης, μπορεί να ελεγχθεί με την κατάλληλα ισορροπημένη έκδοση χρήματος, με την  κυκλοφορία δηλ. ποσότητας χρήματος ανάλογου με την προσήκουσα τιμή του Μ2, ενός γνωστού δείκτη που αντιστοιχεί στο μέγεθος του ΑΕΠ. Για να ελέγξει τον πληθωρισμό, η κυβέρνηση οφείλει να επιδείξει σύνεση και να αποφύγει υποσχεσιολογία παροχών, να αρνηθεί να ικανοποιήσει, στην πρώτη ειδικά περίοδο, απαιτήσεις συνδικάτων, επιχειρηματιών και ομάδων πίεσης. 

Οφείλει να δώσει την εικόνα στιβαρού, σοβαρού διαχειριστή και όχι εύπλαστου πολιτικάντη. Να αναμείνει και να επιμείνει στη βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας,  πριν προβεί σε παροχές, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να γίνονται αλόγιστα όπως στο παρελθόν. Έτσι, θα αποφύγει τη δημιουργία κλίματος πληθωριστικών προσδοκιών που αν επικρατήσουν, μπορεί να τινάξουν τον πληθωρισμό στα ύψη και να καταστρέψουν το όλο εγχείρημα. 

Εφ’ όσον χρειαστεί, η κυβέρνηση οφείλει να επιβάλει μέτρα ελέγχου των τιμών και συγκρατημένη διολίσθηση της ισοτιμίας της δραχμής. Όπως και βαρύτατες κυρώσεις στους κερδοσκόπους, στους μαυραγορίτες και στους «κούφιους» δανειολήπτες. Η εποχή της ατιμωρησίας που γιγάντωσε τη διαφθορά και εξέθρεψε τη διάλυση του κράτους πρέπει να λήξει οριστικά.

18. Δε θα υποκύψει η κυβέρνηση σε διεκδικήσεις για μεγάλες αυξήσεις αμοιβών;

Μια σοβαρή και υπεύθυνη κυβέρνηση οφείλει να φροντίσει αρχικά για τη διατήρηση και σταδιακή βελτίωση της σημερινής αγοραστικής αξίας των μισθών και των συντάξεων. Αλλά και να αντισταθεί σε πιέσεις για άμεσες αυξήσεις, με εξαίρεση μέτρων κοινωνικής ευαισθησίας, προνοιακού χαρακτήρα και στοχευμένης αντιμετώπισης της φτώχειας, της ανεργίας, των ΑΜΕΑ, του κοινωνικού περιθωρίου. 

Αυξήσεις μισθών, συντάξεων και επιμέρους δίκαιων παροχών, θα ακολουθήσουν ύστερα από τη βελτίωση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας, και με δεδομένη την ανάκαμψη της οικονομίας. Σε αντίθετη περίπτωση, τονίζεται και πάλι, η χώρα θα περιπέσει στη δίνη υπερπληθωρισμού κατοχικού τύπου, που αποτελεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα της μετάβασης από το ευρώ στη δραχμή. Ενώ ο εφιάλτης της προσφυγής σε δανεικά, θα επανέλθει δριμύτερος.

19. Τι θα γίνει με τις τραπεζικές καταθέσεις;

Προτείνεται η προστασία των τραπεζικών καταθέσεων μέχρι 100.000 ευρώ με αναλογία ευρώ/δραχμή 1:2. Αυτό σημαίνει ότι, καταθέσεις 100.000 ευρώ θα αντιστοιχούν σε 200.000 δραχμές. Μια τέτοια ρύθμιση, θα δημιουργήσει κλίμα εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και στην οικονομία της χώρας, με θετικότατες προοπτικές για την τραπεζική πίστη, την εισροή συναλλάγματος και επενδύσεων. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με εθνικό νόμισμα, θα επιτρέψει την ύπαρξη ρευστότητας, τη δυνατότητα τραπεζικής χρηματοδότησης υπό την αυστηρή εποπτεία του κράτους φυσικά και θα αναθερμάνει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Και σε συνδυασμό πάντοτε με ανεκτά επίπεδα πληθωρισμού και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Αναμένεται να δημιουργηθεί κλίμα ανάταξης της χειμαζόμενης οικονομίας. Κεντρικός μοχλός για την τραπεζική και χρηματοπιστωτική πολιτική θα είναι η κρατική Τράπεζα της Ελλάδος και η επίσης κρατική Εθνική Τράπεζα.

20. Με τα τραπεζικά δάνεια τι θα γίνει;

Με δεδομένη την επί σειρά ετών υποχώρηση του μέσου εθνικού εισοδήματος, την αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων, του κόστους του ρεύματος, την εκτίναξη της ανεργίας κλπ, εκτιμάται ότι το βιοτικό επίπεδο του μέσου Έλληνα πολίτη έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά 40-50%. Με τη μετάβαση στη δραχμή, για λόγους οικονομικής δεοντολογίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, το κράτος οφείλει να προστατεύσει τους μικρομεσαίους οφειλέτες, επιβάλλοντας ανάλογη υποτίμηση των χρεών τους προς τις τράπεζες. 

Αυτό σημαίνει ότι, η αναλογία δραχμή/ευρώ για τραπεζικά δάνεια μέχρι 100.000 ευρώ θα είναι 1:1. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, ένας οφειλέτης που χρωστά στην τράπεζα 20.000 ευρώ θα χρωστά 20.000 δραχμές και όποιος χρωστά 100.000 ευρώ, θα χρωστά 100.000 δραχμές. Αν η αναλογία ήταν αντίστοιχη της υποτίμησης της δραχμής κατά 50%, (δραχμή/ευρώ 2:1), τότε ο ίδιος οφειλέτης θα χρώσταγε 200.000 δραχμές. Για δάνεια άνω των 100.000 ευρώ, προβλέπεται αναλογική μείωση της ισοτιμίας από 1:1, κλιμακωτά σε 1:2.  Τα «θαλασσοδάνεια» υπάγονται φυσικά σε δικαστικές διαδικασίες, όπως και τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν διοχετεύσει παράνομα, παράτυπα ή αδικαιολόγητα χρήματα στο εξωτερικό.

21. Γιατί να μη χαριστούν τελείως τα δάνεια;

Αν χαριστούν πλήρως τα δάνεια, θα οδηγηθούμε στην απόλυτη και αμετάκλητη καταστροφή του τραπεζικού συστήματος και στην πλήρη απαξίωση της τραπεζικής πίστης. Θα δημιουργηθεί η εντύπωση ότι, δικαιώνονται αδιακρίτως όσοι χρωστάνε και αδικούνται όσοι δε χρωστάνε. Στο μέλλον, όλοι θα επιδιώκουν την αποφυγή εξόφλησης των χρεών τους με την προσδοκία ότι θα τελικά θα τους χαριστούν. 

Ο κίνδυνος για τη δημιουργία πληθωριστικής ψυχολογίας και πολλαπλασιαστικών καταστάσεων ικανοποίησης διαφόρων αιτημάτων, είναι τεράστιος και μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη καταστροφή. Στην περίπτωση της μετάβασης στο εθνικό μας νόμισμα, όσο και αν ακούγεται φιλολαϊκό, είναι λάθος να υποστηρίζεται η πλήρης διαγραφή των δανειακών υποχρεώσεων. Αντίθετα, πρέπει να δοθεί μήνυμα συνετής και χρηστής διαχείρισης. Φυσικά δε θα επιτραπεί στις τράπεζες να κατάσχουν πρώτες κατοικίες, μισθούς, συντάξεις και γενικότερα καταθέσεις πολιτών και επιχειρηματιών μέχρις 200.000 ευρώ για χρέη. 

Η αναλογία ευρώ προς δραχμή 1:1 στην περίπτωση των τραπεζικών δανείων μέχρι 100.000 ευρώ, σημαίνει ότι, τα δάνεια υποτιμώνται κατά 50%. Και ότι οι οφειλέτες θα έχουν καλύτερες δυνατότητες να τα εξοφλήσουν από παλαιότερα, όταν δηλ. είχαν συνάψει το δάνειο. Δεν αποκλείονται φυσικά και ειδικές ευνοϊκές ρυθμίσεις κατά περίπτωση, εφ’ όσον οι οφειλέτες αποδείξουν ότι είναι αξιόπιστοι δανειολήπτες.

22. Ποιες θα είναι οι συνέπειες για τις τράπεζες;

                     Η ταμειακή αποστράγγιση των τραπεζών με τη μαζική απόσυρση καταθέσεων, λόγω της περιορισμένης ρευστότητας, της έλλειψης εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και τις εύλογες υποψίες ότι θα κουρευτούν οι καταθέσεις όπως έγινε στην Κύπρο, αποτελεί μια αδιέξοδη σημερινή πραγματικότητα. Η τραπεζική πίστη έχει υποστεί τεράστιο πλήγμα από τις πολιτικές της ευρωζώνης. Οι ελληνικές τράπεζες υποτάσσονται σε έξωθεν εντολές και οδηγούνται σε εξαγορές που τις μετατρέπουν σε υποχείρια ξένων δυνάμεων. Βιώνουν έναν αργό θάνατο ανάλογο αυτού της ελληνικής οικονομίας και του ελληνικού λαού. 

Οι τράπεζές μας μπορούν να διασωθούν μόνο με την ανακεφαλαιοποίησή τους με εθνικό νόμισμα υπό κρατικό έλεγχο και ακολουθώντας συγκεκριμένες κυβερνητικές χρηματοπιστωτικές πολιτικές. Οι καταθέτες και οι δανειολήπτες θα προστατευτούν με τρόπους που αναφέρονται εδώ. Θα υπάρξουν βέβαια έλεγχοι για εξαγωγές συναλλάγματος και κατάλληλες ρυθμίσεις για τραπεζικές συναλλαγές. Όταν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία, αναμένεται να εισρεύσουν εγχώριες και ξένες καταθέσεις και οι τράπεζες να συνέλθουν, με προοπτικές πολύ καλύτερες από το σημερινό αδιέξοδο. 

Ένα σημαντικό μέτρο, είναι και η προοπτική διαχωρισμού των εμπορικών από τις επενδυτικές τράπεζες σύμφωνα με το πρότυπο του διεθνούς νόμου Glass Steagal.[6] Η Τράπεζα της Ελλάδος θα περάσει σε απόλυτο κρατικό έλεγχο και θα είναι υπεύθυνη για τη νομισματική πολιτική, την έκδοση χρήματος, τα επιτόκια, την εποπτεία και έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της κίνησης κεφαλαίων. Υπό κρατικό έλεγχο θα παραμείνει κυρίως η Εθνική Τράπεζα, ενώ θα υπάρξει λογιστικός έλεγχος και εκκαθάριση ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος.

23. Τι θα γίνει με χρήματα σε ευρώ που έχουν στα χέρια τους  οι πολίτες;

Στους πρώτους έξι μήνες της μετάβασης, θα γίνει η προσαρμογή της αγοράς από το ευρώ στη δραχμή. Αυτό συνεπάγεται αλλαγές στις τιμές προϊόντων και διαφοροποιήσεις στα λογισμικά των ταμειακών μηχανών, των μηχανών ανάληψης χρημάτων κλπ. Θα υπάρξει εμπέδωση των νέων τιμών σε δραχμές από τους πολίτες και διαμόρφωση ορθολογικής καταναλωτικής ψυχολογίας. Κατά την περίοδο αυτή, οι συναλλαγές θα γίνονται παράλληλα σε δραχμές και σε ευρώ. 

Μέσα στο ίδιο διάστημα, το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που υπάρχουν σε ευρώ αναμένεται να μετατραπεί σε δραχμές μέσα από το εξυγιασμένο πλέον τραπεζικό σύστημα, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως συναλλαγματικό απόθεμα. Για το σκοπό αυτό, θα υπάρξουν συγκεκριμένα ισχυρά κίνητρα. Στους πρώτους έξι μήνες θα αρθεί το πόθεν έσχες, ενώ αμέσως μετά θα καταργηθεί. Μετά, οι συναλλαγές θα γίνονται μόνο σε δραχμές, η μετατροπή των ευρώ σε δραχμές θα έχει συναλλακτικό κόστος, θα εφαρμοστούν έλεγχοι κίνησης κεφαλαίων και εξαγωγής συναλλάγματος και διάφορα άλλα μέτρα κατά περίπτωση.

24. Με το Χρηματιστήριο τι θα γίνει;

Το Χρηματιστήριο θα κλείσει για όσο διάστημα χρειαστεί, έως ότου ομαλοποιηθεί η αγορά. Οφείλουμε να προστατεύσουμε το ελληνικό Χρηματιστήριο που βρίσκεται σήμερα στα Τάρταρα και οι χρηματιστηριακές αξίες μεγάλων φορέων, όπως της Εθνικής Τράπεζας, βρίσκονται κάτω από τη λογιστική τους αξία. Γενικότερα, το Χρηματιστήριο θα προσαρμοστεί στις έκτακτες συνθήκες μετάβασης στο εθνικό νόμισμα και θα προστατευθεί από την κερδοσκοπική βουλιμία και ασυδοσία των διεθνών αγορών.




[1] Η υποτίμηση ενός νομίσματος είναι η άμεση υποχώρηση της αγοραστικής αξίας ενός νομίσματος, έναντι άλλων διεθνών νομισμάτων και ειδικότερα του δολαρίου.  Η υπερτίμηση είναι το αντίθετο. Η διολίσθηση είναι στην πράξη όχι απότομη αλλά σταδιακή υποτίμηση της ισοτιμίας ενός νομίσματος σε σχέση με άλλα νομίσματα. Στη χώρα μας είχε εφαρμοστεί με επιτυχία στη δεκαετία του 1990.

[2] Αν και η δραχμή είχε υποτιμηθεί επτά φορές μέχρι το 1953 από τη γερμανική κατοχή, η οικονομία παρέπαιε. Η χρυσή λίρα ήταν το κυρίαρχο νόμισμα στις συναλλαγές, το ισοζύγιο πληρωμών και ο προϋπολογισμός ήταν μονίμως ελλειμματικά και το κράτος λειτουργούσε χάρις στα χρήματα της αμερικανικής βοηθείας. Την υποτίμηση της δραχμής υποστήριζαν σθεναρά ο Ξενοφών Ζολώτας και ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, θεωρώντας την αναγκαία για να αυξηθούν οι εξαγωγές, να αποκατασταθεί το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών και να αναπτυχθεί η οικονομία. Όπως και έγινε.

[3] Υποστηρίζεται από τους ορισμένους ότι, η υποτίμηση της δραχμής κατά 50% σε σχέση με το ευρώ, θα οδηγήσει σε διπλασιασμό των τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών και θα μειώσει την αγοραστική αξία της δραχμής στο μισό. Αυτό είναι ανυπόστατο και υποβολιμαίο. Όταν γίνει η μετάβαση στη δραχμή και η υποτίμησή της κατά 50% σε σχέση με το ευρώ, οτιδήποτε εισάγεται θα έχει κόστος εισαγωγής που θα αντιστοιχεί σε δύο δραχμές αντί για ένα ευρώ. Οι τελικές τιμές λιανικής πώλησης στον καταναλωτή, εμπεριέχουν το κόστος εισαγωγής, που μεσο-σταθμικά για το σύνολο των εισαγωγών υπολογίζεται περίπου στο 40% της τελικής τιμής. Το υπόλοιπο 60% της τελικής τιμής στον καταναλωτή του μεσοσταθμικού κόστους για το σύνολο των εισαγωγών, εμπεριέχει και άλλα κόστη όπως ΦΠΑ, μεταφορικά, διαφήμιση, πωλήσεις, διαχειριστικά και διοικητικά κόστη, εμπορικά κέρδη κλπ. Επειδή λοιπόν μόνο το κόστος εισαγωγής θα επηρεασθεί σοβαρά από την υποτίμηση, ενώ τα υπόλοιπα, εγχώρια κόστη θα επηρεαστούν ελάχιστα, οι τιμές καταναλωτή των εισαγομένων θα αυξηθούν μεν, αλλά λιγότερο από το ποσοστό υποτίμησης. Οι αυξήσεις στην τελική τιμή καταναλωτή για τα εισαγόμενα που αναλογούν στο 25,5% του ΑΕΠ, υπολογίζεται πως δε θα ξεπεράσουν το 40%. Σε αντιδιαστολή, το κόστος των εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών και ιδιαίτερα του τουρισμού και της γεωργίας, θα επηρεαστούν ελάχιστα από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και σε περιορισμένη έκταση από το κόστος εισαγωγής πρώτων υλών.

[4] Σύμφωνα με τον Θ.Μαριόλη ο εισαγόμενος πληθωρισμό λόγω υποτίμησης κατά  50% , υπολογίζεται σε χαμηλότερα επίπεδα της τάξης του 9% τον πρώτο χρόνο και 5,5% τον 2ο. (http://theo-mariolis.gr/files/gr/Publications/pop_arthra/17.pdf)

[5] Οι λεπτομέρειες παρόμοιων ρυθμίσεων που έχουν μελετηθεί σε βάθος από την ερευνητική μας ομάδα, δεν μπορεί ούτε πρέπει να παρουσιάζονται αναλυτικά σήμερα, αφού πολλά παρόμοια θέματα εξαρτώνται από την πολιτική και οικονομική συγκυρία.

[6] Ο νόμος Glass Steagal που φέρει το όνομα των δύο Γερουσιαστών που τον εισηγήθηκαν και τον καθιέρωσαν το 1933 υπό την κυβέρνηση του εμπνευσμένου Προέδρου των ΗΠΑ Φραγκλίνου Ρούσβελτ την εποχή της τότε μεγάλης οικονομικής κρίσης, απαγόρευε τη συνύπαρξη των εμπορικών με τις επενδυτικές τράπεζες (τέτοιες τράπεζες μεταξύ άλλων, είναι οι Goldman Sachs, UBS, Citicorp, JP Morgan, Houlihan Lokey, κλπ). Ο σημαντικός αυτός νόμος που αποτρέπει κερδοσκοπικά παιχνίδια, καταργήθηκε από το νόμο Gramm-Leach-Bliley το Νοέμβριο του 1999 από τον Πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ ( FED) Άλαν Γκρίσπαν με κυβέρνηση των Δημοκρατικών του Μπιλ Κλίντον. Από την εποχή εκείνη ειδικότερα, το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, απέκτησε τεράστια δυναμική υπερισχύοντας συντριπτικά έναντι της πραγματικής οικονομίας. Για την επαναφορά του νόμου Glass Steagal, ασκείται σοβαρή πίεση σήμερα, ιδιαίτερα από το διεθνές Ινστιτούτο Schiller.