Google+ Followers

10 Σεπ 2017

Ο Ελληνισμός του Πόντου και της Μικράς Ασίας, η Μικρασιατική καταστροφή, και η ανάπτυξη της Μητροπολιτικής Ελλάδας


Πρίν από 95 χρόνια από σήμερα, τον Σεπτέμβριο του 1922, η Ελλάδα έχασε ένα μεγάλο μέρος της οντότητας και της ψυχής της, τον Ελληνισμό της ανατολής. Η Μικρασιατική καταστροφή οδήγησε στον ξεριζωμό των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, μεγάλο μέρος των οποίων εγκαταστάθηκε στην Μητροπολιτική Ελλάδα. Πριν την καταστροφή που κατέληξε με τα τραγικό γεγονότα στην ελληνική τότε Σμύρνη, ο Ελληνισμός του Πόντου και της Μικράς Ασίας Πόντου στις αρχές του 20ου αιώνα  αναλογούσε στο 1/3 περίπου  του συνολικού πληθυσμού της
περιοχής και  είχε αναδειχτεί ως η κυρίαρχη οικονομική ελίτ της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βρισκόταν υπό  μακρόχρονη διαδικασία κατάρρευσης.

    Ιδιαίτερα μετά το διάταγμα «Χάτι Χουμαγιούν» του 1856, που επέτρεπε στους Χριστιανούς να κατέχουν γη και να συμμετέχουν στη διοίκηση, το ιδιαίτερα δραστήριο ελληνικό στοιχείο  ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στο εμπόριο, στην παραγωγή, στις κατασκευές, στη ναυτιλία και αλιεία αλλά και σε σύγχρονες μορφές για την εποχή καλλιέργειες της γης. Εκτιμάται ότι το 80% βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων ανήκε σε Έλληνες και το υπόλοιπο κατά κύριο λόγο σε Αρμένιους.

Σύμφωνα με σοβαρές μαρτυρίες, από τα 391 παραγωγικά εργοστάσια που λειτουργούσαν στη Μικρά Ασία, τα 344 ανήκαν σε Έλληνες. Οι πρώτες βιοτεχνικές-βιομηχανικές μονάδες  κλωστοϋφαντουργίας, ταπητουργίας, ιματισμού, δέρματος, τροφίμων και ποτών,  επεξεργασίας καπνού και διάφορων αγροτικών προϊόντων, οικοδομικών υλικών αναπτύχθηκαν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από το ελληνικό στοιχείο. Αλλά και   στις τέχνες όπως στις επιστήμες και στα γράμματα οι Έλληνες ήταν οι αδιαφιλονίκητοι κυρίαρχοι, διαμορφώνοντας έτσι την ανερχόμενη αστική τάξη της χώρας.

Σε αντίθεση με τους ορθόδοξους χριστιανούς, η άρχουσα τουρκογενής μουσουλμανική τάξη, στελεχώνει το στρατό και τη δημόσια διοίκηση. Τα ευρύτερα στρώματα του μουσουλμανικού πληθυσμού, ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που υπηρετούν ως κατώτερο προσωπικό Έλληνες προύχοντες.

Το Κίνημα των Νεότουρκων ενεργοποιείται με ιδεολογικό υπόβαθρο τη συνένωση του μωσαϊκού των διάφορων μουσουλμανικών εθνοτήτων και ομάδων και τη δημιουργία εθνικού κοσμικού κράτους υπό την ηγεσία του τουρκογενούς στοιχείου. Παράλληλα, στόχος τους είναι η εξόντωση ή η απομάκρυνση της οικονομικά άρχουσας τάξης των Ορθόδοξων Χριστιανών. Για το σκοπό αυτό, δε διστάζουν να μεθοδεύσουν τη γενοκτονία του 1/5 εκ. Αρμενίων και των 350.000 Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας.

Στη δίνη των παγκόσμιων ανακατατάξεων και της ανόδου των μπολσεβίκων στη Ρωσία, οι σκοπιμότητες των διεθνών συμφερόντων σε συνδυασμό με την ανικανότητα και τα τραγικά λάθη της τότε ελληνικής ηγεσίας, οδηγούν στη μεγαλύτερη τραγωδία της σύγχρονης περιόδου του ελληνισμού: τη Μικρασιατική καταστροφή. 

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, ύστερα από τη συνθήκη των Σεβρών και την έλευση πάνω από 1,5 εκ. προσφύγων στη μητροπολιτική πατρίδα, το ελληνικό κράτος οριοθετείται και περιχαρακώνεται στα σημερινά γεωγραφικά του όρια, που συμπληρώνονται μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με την προσάρτηση των Δωδεκανήσων. Μια εντελώς καινούρια σελίδα με τραυματικές μνήμες, αλλά και προσδοκίες για το μέλλον, ανοίγει σ΄ αυτή τη νέα εποχή.

Το 1922, η χρονιά που σηματοδοτεί την τραγωδία των χαμένων πατρίδων της Ανατολής, ταυτόχρονα είναι και ο εφαλτήριος χρόνος για την οικονομική άνθηση της μητροπολιτικής Ελλάδας. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο η διαπίστωση ότι, η σημαντική οικονομική και ειδικότερα η βιομηχανική ανάπτυξη που παρατηρείται μετά το 1922, έχει ως κύρια κινητήριο δύναμη τους Πόντιους και Μικρασιάτες πρόσφυγες. 

Οπλισμένοι με άγνωστες μέχρι τότε για την παλιά Ελλάδα δεξιότητες και τεχνογνωσία, με ευρηματικότητα, ενεργητικότητα και εργατικότητα, αναπτύσσουν έντονη επιχειρηματική και επαγγελματική δράση που συμπαρασύρει και απογειώνει την οικονομία της χώρας. Κι όλα αυτά, συντελούνται χωρίς αρχικά κεφάλαια, από το μηδέν, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων είχαν εγκαταλείψει το βιος  τους στις πατρογονικές εστίες. Ελάχιστοι μόνο οικονομικά εύποροι Κων/πολίτες, Σμυρνιοί και Πόντιοι, είχαν προνοήσει για την έγκαιρη, πριν τη καταστροφή, διοχέτευση μέρος των περιουσιών τους στη σιγουριά της πατρίδας.

Πόντιοι και Μικρασιάτες πρόσφυγες δραστηριοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία, την ταπητουργία, το ένδυμα, την επεξεργασία καπνού και αγροτικών προϊόντων, στην κατασκευή οικοδομικών και μηχανολογικών υλικών. Άλλοι στρέφονται σε επί μέρους τεχνικά και ελεύθερα επαγγέλματα, στις επιστήμες, στη λογοτεχνία, στις τέχνες και στα γράμματα, αλλά και στο εμπόριο και τη ναυτιλία, όπου υπήρχε σοβαρή παράδοση αιώνων. 

Παράλληλα, μεγάλες ομάδες προσφύγων, συνήθως ολόκληρα χωριά, εγκαθίστανται σε εγκαταλειμμένες περιοχές, κυρίως στη βόρεια Ελλάδα, όπου ασχολούνται κατά κύριο λόγο με τη γεωργία. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου σχεδόν άγονες εκτάσεις μεταβάλλονται από τους πρόσφυγες σε εύφορη γη.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παραχώρηση οικοπέδων και κτημάτων με το θεσμό της ανταλλάξιμης περιουσίας, συμβάλλει στην οικονομική στήριξη ειδικότερα στην αρχή της εδώ εγκατάστασης, όσων φυσικά συμπεριλήφθηκαν τελικά σ΄ αυτή τη ρύθμιση.

Όμως η ενσωμάτωση στη νεοελληνική κοινωνία δε γίνεται χωρίς τραύματα. Ένα μεγάλο μέρος της άρχουσας τάξης και ορισμένα αντιδραστικά και καθυστερημένα στρώματα της παλιάς Ελλάδας, αντιμετωπίζουν με καχυποψία έως και εχθρότητα το δυναμισμό και την ενεργητικότητα των «τουρκόσπορων», που εκτός των άλλων, ήταν φυσικό να διαφέρουν και με τους αλλιώτικους τρόπους ζωής, τα ήθη και τα έθιμα τους. 

Χαρακτηριστικό έχει μείνει το γεγονός ότι, δοθεί σε προσφυγοπούλες χαρακτηρίζονται υποτιμητικά ως «παστρικιές» επειδή είχαν ιδιαίτερη εμμονή στην καθαριότητα. Ένα άλλο ενδιαφέρον δεδομένο είναι ότι, οι πρόσφυγες, παρ΄ όλη την αρχική φτώχεια τους, δεν προσφεύγουν στη ζητιανιά.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Πόντιοι και οι Μικρασιάτες αποκλείονται συστηματικά από την ενασχόληση με τα κοινά. Χαρακτηριστικό είναι το ότι, στα περισσότερα καταστατικά των συλλόγων τους, εμφανίζεται κατηγορηματική απαγόρευση της εμπλοκής με την πολιτική. Η πλειοψηφία τους επί πλέον, εμφορείται από προοδευτικές ιδέες, οι οποίες ελάχιστα είναι ευπρόσδεκτες από τη συντριπτική πλειοψηφία της άρχουσας τάξης της παλαιάς Ελλάδας.

Έτσι και στις καινούριες εστίες τους, όπως άλλωστε και στις παλιές, οι Πόντιοι και οι Μικρασιάτες βρίσκονται έξω από την πολιτική. Ο ξεχωριστός δυναμισμός, η ενεργητικότητα και οι γνώσεις τους διοχετεύονται στις επιστήμες, στις τέχνες, στα γράμματα και στις επιχειρήσεις όπου και πρωτοστατούν.

Ενδεικτικά και μόνο, ίσως αξίζει να σημειωθούν εδώ τα ονόματα ορισμένων επιφανών προσφύγων μεγαλοεπιχειρηματιών των οποίων η δράση σηματοδοτεί μια ξεχωριστή οικονομική παρουσία, όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης, ο Μποδοσάκης, οι Ευφραίμογλου, οι εθνικού ευεργέτες Αντρέας Συγγρός, Σισμανόγλου, Σικιαρίδης, κλπ. Αλλά και η συνεταιριστική ιδέα ενισχύεται και προωθείται σημαντικά από το προσφυγικό στοιχείο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό του αγροτοσυνεταιριστική Μπαλταντζή.

Ένα μέρος των προσφύγων, όπως συνέβη και με αρκετούς κατοίκους της παλαιά Ελλάδας, δε βρίσκει πρόσφορο έδαφος επιβίωσης στη μητέρα πατρίδα γι΄ αυτό και ακολουθεί το δρόμο μιας δεύτερης προσφυγιάς αρχικά στις ΗΠΑ, στον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νότια Αφρική κλπ. Και αργότερα μετά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο στη Δυτική Ευρώπη, κυρίως στη Γερμανία. Ένας μεγάλος αριθμός Ποντίων ακολουθεί ανατολικές διαδρομές στις χώρες της πρώην Σοβ. Ένωσης.

Με τη Μικρασιατική καταστροφή και την οριστική μετατόπιση και περιχαράκωση δυτικότερα στα σημερινά του όρια, ο ελληνισμός αποκόπηκε από ιστορικές αναφορές και παροικίες προς ανατολάς, που εκτεινόταν γύρω και πέρα από το λεγόμενο «δρόμο του μεταξιού», στη Συρία, τη Βαγδάτη, την Τεχεράνη, τις Ινδίες, μέχρι και στο μακρινό Βλαδιβοστόκ της Σιβηρίας. Παράλληλα όμως, η μητροπολιτική Ελλάδα οφείλεται τα μέγιστα από τη δυναμική παρουσία των προσφύγων. Και ανεξάρτητα από τα δυσάρεστα αίτια, η διασπορά των προσφύγων σε παγκόσμια κλίμακα, ενισχύει τη διεθνή οντότητα του ελληνισμού, γεγονός που υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις και συνθήκες να αποτελεί ισχυρό έρεισμα πολιτικής, πολιτισμικής και οικονομικής ισχύος.